Κυριακή 24 Ιουνίου 2018
x

ΔΙΑΤΗΡΗΤΕΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ...

Τα διατηρητέα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης για να σωθούν δε χρειάζονται απλώς ένα πρόγραμμα αποκατάστασης, αλλά ένα επιχειρηματικό πλάνο.

Με αφορμή τη φωτιά στο διατηρητέο της Λεωφόρου Στρατού σκέφτομαι πως ανάλογη τύχη (όχι ελπίζω από ένα ανάλογο γεγονός) είναι πιθανή για τα περισσότερα διατηρητέα κτήρια της Θεσσαλονίκης, που απλώς χάνονται το ένα μετά το άλλο, χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται πραγματικά για τη σωτηρία τους. Για τη σωτηρία δηλαδή της ιστορικής μνήμης της πόλης, αλλά και των στοιχείων που καθόρισαν διαχρονικά τη φυσιογνωμία της.

Τα περισσότερα διατηρητέα δεν τα πυρπολούν, τα αφήνουν όμως να ρημάξουν και μετά να πέσουν. Πόσα τέτοια «κουφάρια» βλέπετε σπαρμένα στην πόλη κι αν τα παρατηρήσετε διαπιστώνετε τα ξεχωριστά στοιχεία τους στο τσιμεντοποιημένο και κακοποιημένο δομημένο περιβάλλον μας; Αν δεν υπήρχαν μάλιστα ορισμένες πρωτοβουλίες για να τα γνωρίσει ο κόσμος, όπως οι Open Days, οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς και μη, δε θα γνώριζαν καν ότι υπάρχουν, ούτε θα αντιλαμβάνονταν τη σπουδαιότητά τους.

Η πόλη έχει την ευτυχία να διαθέτει μια τεράστια αρχιτεκτονική κληρονομιά που όμοιά της συναντάς μόνο σε πόλεις με μεγάλη ιστορία, στις οποίες το αξιόλογο δομημένο απόθεμα δέχτηκε αμέριστη φροντίδα και προστασία και μάλιστα αξιοποιήθηκε τόσο, που σήμερα αποτελούν τέτοιου είδους κτήρια τις σημαντικότερες ατραξιόν για τους επισκέπτες και βέβαια είναι ευρέως γνωστά στους κατοίκους τους.

Στη Θεσσαλονίκη όμως η ιστορία των διατηρητέων ή των αξιόλογων αρχιτεκτονικά κτισμάτων είναι άγνωστη στους περισσότερους, ενώ η φροντίδα είναι ανύπαρκτη. Τα περισσότερα είναι ετοιμόρροπα, έχουν αφεθεί στη φθορά του χρόνου κι όταν κριθούν επικίνδυνα για να πέσουν είτε αφήνονται να πέσουν, είτε γίνονται κάποιες μικροεπεμβάσεις ίσα ίσα για να μείνουν όρθια, είτε κατεδαφίζονται.

Είναι ευτύχημα ότι τα περισσότερα διατηρητέα είναι χαρακτηρισμένα. Ο χαρακτηρισμός είναι σημαντικός γιατί σε άλλη περίπτωση η δική μου και οι νεότερες γενιές ούτε που θα είχαν προλάβει να τα δουν. Υπάρχουν πολλά που δεν έχουν πάρει το χαρακτηρισμό, παρότι τον δικαιούνται, κι αυτά στο σύνολό τους είναι σε κίνδυνο να μετατραπούν σε πολυκατοικίες, να κατεδαφιστούν, να αλλάξουν και να γίνουν αγνώριστα.

Μετά μια σημαντική περίοδο που διατέθηκαν σημαντικά κονδύλια (ιδίως επί Πολιτιστικής Πρωτεύουσας) και έτσι σώθηκαν σπουδαία δείγματα της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, επανήλθαμε στην περίοδο της εγκατάλειψης και της άγνοιας. Σκεφτείτε μόνο ότι δεν είναι αποκλειστικά τα πολύ παλιά αρχιτεκτονικά δείγματα κατοικιών, βιλών κτλ., που αποτελούν την κληρονομιά μας, είναι και τα σημαντικότατα βιομηχανικά κτήρια, ορισμένα μόνο από τα οποία έχουν αποκατασταθεί και θυμίζουν τον παραδοσιακά καλό τους.. εαυτό. Τα υπόλοιπα καταρρέουν και γίνονται άμορφες μάζες από παλιοσίδερα, τσιμέντο και τούβλα.

Ο σεβασμός στην ιστορία και την αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, δεν αφορά μόνο στο δήμο. Δε θα μπορούσε άλλωστε ένας ή περισσότεροι δήμοι με τόσο μεγάλο απόθεμα να το συντηρήσουν, να το αποκαταστήσουν, να το αναπαλαιώσουν, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελέσουν επένδυση για το μέλλον και συνάμα τοπόσημα και κοσμήματα από το λιγότερο ή περισσότερο μακρινό παρελθόν της πόλης. Ούτε βέβαια οι ιδιώτες ιδιοκτήτες έχουν τη δυνατότητα τηρώντας τους (ορθώς) αυστηρούς όρους διατήρησης να τα συντηρήσουν, χωρίς καν να έχουν τη δυνατότητα να τα αντιμετωπίσουν ως επένδυση.

Χρειάζεται ένα μεγάλο πρόγραμμα επεμβάσεων σε όλα αυτά τα κτήρια, στη βάση ενός εξαιρετικά φιλόδοξου και μεγάλου αναπτυξιακού πλάνου, ώστε αφενός να σωθούν και να αναδειχθεί η ομορφιά και η αξία τους, αφετέρου να αποτελέσουν σημεία ενδιαφέροντος για τους επισκέπτες και σταδιακά χώρους που όχι μόνο βγάζουν τα λεφτά για τη συντήρησή τους, αλλά φέρνουν τουρισμό και περισσότερα έσοδα στον διαχειριστή τους. Και βεβαίως αποδίδουν για την πόλη. Διότι η φυσιογνωμία μιας πόλης εξαρτάται από το δομημένο περιβάλλον της, εξίσου με το αδόμητο.

Για να γίνει κάτι τέτοιο απαιτείται να αναλάβει πρωτοβουλίες και να έχει τέτοια στρατηγική η κεντρική κυβέρνηση. Να συμπράξουν υπουργεία, που να διαθέσουν για τη Θεσσαλονίκη, για την ιστορία της και τον πολιτισμό της, για το περιβάλλον της και τη φυσιογνωμία της, για την τουριστική και οικονομική ανάπτυξή της σημαντικά κονδύλια (κυρίως ευρωπαϊκά), στη βάση ενός επιχειρηματικού πλάνου, ώστε τα χρήματα που θα διατεθούν να επιστρέψουν μέσω της αξιοποίησης των κτηρίων, αφού σωθούν και διατηρηθούν.

Ημιτελείς προσπάθειες, όπως στο παρελθόν, που απέδωσαν κάποιους καρπούς, δυστυχώς δεν μπορούν να έχουν αποτέλεσμα, τουλάχιστον στον επιθυμητό βαθμό. Οι προσπάθειες αυτές άλλωστε είχαν ως στόχο μόνον την αποκατάσταση κάποιων μνημείων και διατηρητέων, που κυρίως δόθηκαν για χρήση στους δήμους και μετατράπηκαν σε μουσεία, πολιτιστικά κέντρα κτλ. Η Θεσσαλονίκη όμως είναι ένα μουσείο υπαίθριο. Τα εκθέματά της, η καρδιά της, χτυπά στους δρόμους της. Και επιτέλους αυτή η πόλη δε χρειάζεται άλλα μουσεία ή «νεκρούς» πολιτιστικούς χώρους. Υπάρχουν και άλλες χρήσεις και για τα διατηρητέα, που μπορούν να αποφέρουν έσοδα και να γίνει έτσι βιώσιμη η αποκατάστασή τους.

Γι' αυτό και δε μιλάω για ένα πρόγραμμα αποκαταστάσεων και σωτηρίας απλώς, αλλά για ένα επιχειρηματικό πλάνο. Που ρητώς θα προβλέπει με ποιο τρόπο μπορεί κάθε διατηρητέο που σώθηκε να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινότητα της πόλης και να αποδίδει τόσο, ώστε η αποκατάστασή του να μην πάει στράφι, αλλά να μπορεί να συντηρείται στο εξής, χωρίς να ματώνει ξανά και ξανά ο προϋπολογισμός του κράτους, του δήμου ή όποιου φορέα το διαχειρίζεται.

Για όσους δεν το αντιλαμβάνονται και η σωτηρία των διατηρητέων είναι καθήκον όλων μας απέναντι στην ιστορία μας, απέναντι στον τόπο μας, απέναντι στην πόλη μας.

Πηγή φωτογραφίας: Θ. Αυγέρη/Facebook




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ