Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018
x

ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΟ… ΑΔΥΝΑΜΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ «ΜΠΛΟΚΑΡΕΙ» ΤΟ ΠΛΑΣΤΙΚΟ ΧΡΗΜΑ

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αλλαγές στις εμπορικές και άλλες συνήθειες ενοχλούν – στην πιο αθώα περίπτωση διότι μεταβάλλουν τη ρουτίνα.

Η ιστορία που ακολουθεί είναι αληθινή και απολύτως ακριβής. Με διευθύνσεις και ονόματα, για όποιον αμφιβάλλει.

Ένα ζευγάρι δύο Ελλήνων, οι οποίοι λόγω δουλειάς αυτή την περίοδο είναι κάτοικοι εξωτερικού, βρέθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη. Ανέβαιναν οδικώς από την Αθήνα προς τον τόπο κατοικίας τους στην Ευρώπη κι έκαναν μια στάση για να δουν κάποιους καλούς φίλους. Το πρόγραμμα κλασικό για τέτοιες περιπτώσεις: βόλτες στην παραλία, καφεδάκι στο κέντρο, ουζάκι παρά θιν’ αλός, αναμνήσεις, σχέδια για το καλοκαίρι, shopping therapy για τις κυρίες, βιβλία και δίσκοι για τους κυρίους, οι οποίοι λόγω ηλικίας ανήκουν στη γενιά που μεγάλωσε θεωρώντας το διάβασμα και τη μουσική αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και του πολιτισμού των ανθρώπων.  Η Θεσσαλονίκη είναι χώρος περίπου ιδανικός για όλα αυτά, για χαλαρωτικές δραστηριότητες. Άλλωστε η πόλη προσπαθεί να αυξήσει τους τουρίστες και την επισκεψιμότητά της με το επιχείρημα ότι είναι κατάλληλη λόγω μεγέθους και στιλ για city break, για αποδράσεις του Σαββατοκύριακου και των τριήμερων.

Η ατυχία του ζευγαριού των επισκεπτών ξεκίνησε από το γεγονός ότι δεν ήταν μόνοι τους, αλλά είχαν για παρέα τους Θεσσαλονικείς που τους φιλοξενούσαν. Αυτό σημαίνει ότι οι επιλογές για το που θα φάνε και που θα πιούνε έγιναν από τους ντόπιους –by locals, που λένε στην τουριστική ορολογία-, οι οποίοι γνωρίζουν καλύτερα που πετυχαίνουν το φρέντο και ποια σουτζουκάκια είναι πιο νόστιμα. Γνωρίζουν, δηλαδή μαγαζιά που δε βρίσκονται πάνω σε περάσματα ή σε διακεκριμένα σημεία του κέντρου, όπως συμβαίνει με τα πιο τουριστικά.

Το περασμένο Σάββατο, λοιπόν, το πρωί η παρέα των τεσσάρων έφτασε με ταξί στην Αριστοτέλους, περιπλανήθηκε για λίγο στα πέριξ και κατέληξε για καφέ σε ένα μικρό δρόμο της δυτικής πλευράς του κέντρου. Σε ένα καφέ με ευρωπαϊκό όνομα στο οποίο κάθονται σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες. Όταν ήρθε η ώρα του λογαριασμού οι φιλοξενούμενοι θέλησαν να πληρώσουν και ο άνδρας κατευθύνθηκε  στο εσωτερικό, διότι έχοντας πιστωτική κάρτα έπρεπε να πλησιάσει στη μπάρα, όπου βρίσκεται το μηχάνημα POS. Μετά από δεκάλεπτη προσπάθεια επέστρεψε απελπισμένος στο τραπέζι. Η σύνδεση του μηχανήματος μέσω internet ήταν αδύνατη –όπως υποστήριξε η κοπέλα στο ταμείο σερβιτόρο το ίντερνετ είχε αδύναμο σήμα, κάτι που συμβαίνει συχνά- και η συναλλαγή δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί. Ελλείψει ρευστού –ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι κάτοικος χώρας εκτός Ευρωζώνης- τον λογαριασμό πλήρωσε ο Θεσσαλονικιός, ώστε η παρέα να απελευθερωθεί.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, οι τέσσερις βρέθηκαν σε παραδοσιακό ταβερνάκι με –κατά γενική ομολογία- άριστα μεζεδάκια, στην άλλη, την ανατολική πλευρά του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Αφού η παρέα ολοκλήρωσε το γεύμα της ο άνδρας του φιλοξενούμενου ζευγαριού θέλησε και πάλι να πληρώσει το λογαριασμό. Με υπόδειξη του σερβιτόρου κατευθύνθηκε στο εσωτερικό του μαγαζιού, που αλλού; Εκεί σε έναν πάγκο βρισκόταν ένα σκονισμένο POS, μέσω του οποίου το αφεντικό της επιχείρησης προσπάθησε να ολοκληρώσει τη συναλλαγή. Μάταιο. Όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί ο καθένας και πάλι το σήμα του ίντερνετ δεν είχε αρκετή ένταση, ώστε το μηχανάκι να καταφέρει να συνδεθεί. «Πριν από λίγο πλήρωσε ένας πελάτης με κάρτα και ήταν μια χαρά» δικαιολογήθηκε το αφεντικό, χωρίς ιδιαίτερα πειστικό ύφος. Και πάλι ο καημένος ο φιλοξενούμενος επέστρεψε στο τραπέζι ηττημένος και απελπισμένος, σχεδόν ντροπιασμένος. Το λογαριασμό πλήρωσε και πάλι με μετρητά ο Θεσσαλονικιός. Φυσικά η παρέα συζήτησε το θέμα και κατέληξε σε τρία συμπεράσματα:

Πρώτον, σύμπτωση επαναλαμβανόμενη, παύει να είναι σύμπτωση. Ακόμη κι αν είναι, κανείς δεν την πιστεύει ως τέτοια.

Δεύτερον, οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις απευθύνονται κατά βάσιν σε Έλληνες, Θεσσαλονικείς και σχετικά τακτικούς πελάτες.

Τρίτον, το ίντερνετ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης δεν έχει δυνατό σήμα μόνο αν κάποιος δεν θέλει να έχει δυνατό ίντερνετ. Αυτό το βλέμμα προς κάπου ψηλά ή κάπου χαμηλά, επειδή ο χειριστής του POS προσπαθεί να δει τη δύναμη του σήματος του Διαδικτύου, σε συνδυασμό με την αγωνία του πελάτη μη τυχόν και εκτεθεί για 10 ή 40 ευρώ, προσδίδουν ενδεχομένως θεατρικότητα και ένταση στη σκηνή, αλλά στην ουσία αποτελούν κακοπαιγμένη παράσταση. Τουλάχιστον έτσι μοιάζει.

Είναι γνωστό ότι πολλοί επαγγελματίες στην Ελλάδα –φυσικά και στη Θεσσαλονίκη- δεν βλέπουν με καλό μάτι το πλαστικό χρήμα. Κυρίως οι μικροί και οι μεσαίοι. Τέτοιου είδους προβλήματα δεν υπάρχουν στις μεγάλες επιχειρήσεις, από τα σούπερ μάρκετ μέχρι την ΕΥΑΘ κι ας βρίσκονται μεσοτοιχία με μικρούς, στους οποίους δε… δουλεύει το internet. Οι μικρομεσαίοι δε συμπαθούν τις χρεωστικές και πιστωτικές κάρτες διότι αφενός υπάρχουν χρεώσεις για τη συντήρηση του συστήματος, που ανεβάζουν τα κοστολόγια, και αφετέρου αν κάποιος πληρώσει με κάρτα είναι σα να έχει κοπεί απόδειξη, κάτι που δεν είναι αυτονόητο σε όλες τις επιχειρήσεις για όλες τις συναλλαγές. Γι’ αυτό βρίσκουν διάφορες δικαιολογίες προκειμένου να επιβάλουν πληρωμή με μετρητά, κάτι απαράδεκτο από τη στιγμή που η παροχή δυνατότητας ηλεκτρονικού τρόπου πληρωμής είναι υποχρεωτική και όχι προαιρετική, όπως συνέβαινε παλαιότερα. Επίσης, τα POS δημιουργούν προβλήματα σε όσους έχουν εκκρεμότητες με την εφορία, αφού για να δουλέψουν χρειάζεται να δηλωθεί επαγγελματικός λογαριασμός, στον οποίο οι φορολογικές αρχές έχουν πρόσβαση.   

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αλλαγές στις εμπορικές και άλλες συνήθειες ενοχλούν – στην πιο αθώα περίπτωση διότι μεταβάλλουν τη ρουτίνα. Στην Ελλάδα η χρήση πλαστικού χρήματος επιβλήθηκε γενικευμένα για λόγους φορολογικής τάξης και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Ταυτόχρονα, εξυπηρετεί τις συναλλαγές λόγω των περιορισμών που υπάρχουν εξαιτίας των capital controls, αλλά και επειδή οι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας κτίζουν με αυτό τον τρόπο το αφορολόγητό τους στο TAXIS.

Ακόμη, όμως, κι αν δεν ίσχυε καμία από αυτές τις συνθήκες, οι συναλλαγές με πλαστικό χρήμα αποτελούν εκσυγχρονισμό. Απλοποιούν τις συναλλαγές, κάτι πολύ χρήσιμο σε ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, στον οποίο οι μετακινήσεις των ανθρώπων μπορούν να είναι διαρκείς και προς πάσα κατεύθυνση. Επίσης, διευκολύνουν αφάνταστα τους επισκέπτες μιας περιοχής, οι οποίοι ούτε χρειάζεται να ασχοληθούν με συνάλλαγμα και τα σχετικά, ούτε αγωνιούν για το αν θα τους κλέψουν το πορτοφόλι.

Προφανώς, τα μέτρα που επιβάλλονται στις συναλλαγές με τη βοήθεια της τεχνολογίας δεν αρκούν για να συμμορφωθούν όλοι. Η εφευρετικότητα που συνδέεται με το κέρδος –η φοροδιαφυγή συνιστά καθαρό κέρδος- παραμένει ανεξάντλητη. Στην ιστορία του περασμένου σαββατοκύριακου στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, μόνο η άρνηση των πελατών να πληρώσουν με μετρητά υπήρχε περίπτωση να μεταβάλει το τοπίο και τις συνθήκες. Αλλά ποιος γίνεται αφερέγγυος για λίγα ευρώ; Εκεί ποντάρουν οι… άτυχοι της ιστορίας, οι καταστηματάρχες που ούτε καν το ίντερνετ δεν μπορούν να φέρουν στο μαγαζί τους!    




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ