Κυριακή 24 Ιουνίου 2018
x

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: ΔΥΟ ΕΦΟΡΙΑΚΟΙ, ΜΙΑ ΚΟΜΜΩΤΡΙΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΜΕ ΣΤΙΛ

Πώς ένας φορολογικός έλεγχος, μια υπόθεση εξ’ ορισμού δυσάρεστη, αποκτά στιλ και φινέτσα, που κάνουν ξεχωριστό ακόμη και το προφανές.

Δύο άντρες, στη μέση ηλικία, μπαίνουν σε ένα κομμωτήριο, που έχει είσοδο σε πλατεία του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Η κοπέλα τους υποδέχεται με χαμόγελο και τη φράση «είστε για κούρεμα;». Αυτονόητη ερώτηση. Η απάντηση όμως πραγματικό «σοκ & δέος». «Όχι, είμαστε από την ΥΕΔΔΕ (σ.σ. Υπηρεσία Ερευνών και Διασφάλισης Δημοσίων Εσόδων, σε απλά ελληνικά κυνηγοί της φοροδιαφυγής), ήρθαμε για έλεγχο, ποιος είναι υπεύθυνος του μαγαζιού;» λέει ο ένας από τους δύο, δείχνοντας ταυτόχρονα ταυτότητα. Η αμηχανία της υπεύθυνης του μαγαζιού εμφανής, καθώς ποτέ και κανείς επαγγελματίας –τουλάχιστον στην Ελλάδα- δεν είναι ψυχολογικά προετοιμασμένος να δεχθεί φορολογικό έλεγχο. Ακόμη και ο εξαιρετικά τυπικός φοβάται ότι «όλο και κάτι θα του βρουν».

Στην προκειμένη –απόλυτα αληθινή- περίπτωση τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Με αξιοσημείωτη κανονικότητα. Με φινέτσα και στιλ, τουλάχιστον για τα μάτια ενός τρίτου παρατηρητή, ο οποίος έτυχε να παρακολουθήσει τη σκηνή κατά λάθος και μέσα από τον καθρέφτη. «Στους δύο τελευταίους πελάτες κόψατε αποδείξεις;» είναι η πρώτη ερώτηση των δύο ελεγκτών. Μια ερώτηση, που συνοδευόταν από την… απάντηση. «Είμαστε έξω εδώ και μισή ώρα, τους ρωτήσαμε και μας είπαν πως δεν τους κόψατε». Η υπεύθυνη, που για να δείξει απορημένη απευθύνθηκε με μια ματιά του στιλ «κόψαμε, δεν κόψαμε κι αν δεν κόψαμε γιατί δεν κόψαμε;» στους συνεργάτες της στο κομμωτήριο, αναγκάζεται να παραδεχθεί σιωπηλά την παράβαση. Για να ακούσει από το στόμα του δεύτερου ελεγκτή, ο οποίος έριξε δυο ματιές, μία στην ταμιακή και μια στο χώρο, όπου εξυπηρετούνταν τέσσερις πελάτες, «μα, βρε παιδιά, από το πρωί έχετε κόψε μόνο δύο αποδείξεις;». Καμία απάντηση. Μια ένοχη σιωπή. Ένα σκυμμένο κεφάλι. Ούτε διαμαρτυρίες, ούτε φωνές, ούτε υστερίες. Μια αξιοπρεπής στάση για κάτι προφανές, την οποία εκτίμησαν οι ελεγκτές, οι οποίοι ήταν εξίσου διακριτικοί. Βγήκαν από το μαγαζί, κάθισαν ήσυχα σε ένα τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο, συμπλήρωσαν τα σχετικά χαρτιά, επέβαλαν ποινή 250 ευρώ και απομακρύνθηκαν αθόρυβα, ακριβώς όπως εμφανίστηκαν από το πουθενά. Η υπεύθυνη του κομμωτηρίου είδε το έγγραφο –στην πραγματικότητα το μέγεθος του προστίμου-, το έδειξε σε έναν γνωστό της που βρισκόταν στο μαγαζί, εκείνος της έκανε μια χειρονομία «μη μιλάς καθόλου» και τα πάντα συνεχίστηκαν κανονικά.

Στην πράξη, η λειτουργικότητα της επιχείρησης –και μάλιστα ενός μαγαζιού παροχής υπηρεσιών, που βασίζεται απόλυτα στις καλές προσωπικές σχέσεις- δεν διαταράχθηκε καθόλου, καθώς το επίπεδο της επαφής ελεγκτών – παραβάτη ήταν απόλυτα ενσωματωμένο στο περιβάλλον. Κάπως έτσι μια υπόθεση εξ’ ορισμού δυσάρεστη για πολλούς λόγους (χρεοκοπημένο κράτος, υπερφορολογημένες επιχειρήσεις, αγώνας επαγγελματικής επιβίωσης, έλεγχοι, πρόστιμα κλπ), αποκτά στιλ και φινέτσα, που κάνουν ξεχωριστό ακόμη και το προφανές. Στον αντίποδα των αγριοτήτων που συμβαίνουν σε κάποιες αντίστοιχες περιπτώσεις, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, ιδιαίτερα στα τουριστικά νησιά. Όταν έξαλλοι ταβερνιάρηδες προσπαθούν να ξεσηκώσουν τους θαμώνες κατά των ελεγκτών του κράτους, χειροδικούν, μηνύουν, κάνουν επικολυρικές δηλώσεις και γενικότερα συμπεριφέρονται σαν «κακομαθημένα παιδιά», που η ζωή και η κοινωνία τους χρωστούν τον ουρανό με τ’ άστρα. Ένα έργο ενδεχομένως αβανταδόρικο για τα δελτία των τηλεοπτικών σταθμών, αλλά ξεπερασμένο από τη ζωή και την πραγματικότητα περισσότερο από την πιο κακογυρισμένη ελληνική ταινία του 1950.

Το σκηνικό στο κομμωτήριο αποτελεί απόδειξη ότι ακόμη και στην καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης ένα «έγκλημα», που αποτιμάται στα 250 ευρώ, και η αποκάλυψή του μπορούν να εξελίσσονται με στιλ. Κάτι που αποτελεί απόδειξη ότι ανεξαρτήτως του τι κάνουμε, όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά τι οφείλουμε ή τι πρέπει να κάνουμε. Ποια είναι τα όρια και πόσο τα παραβιάζουμε, έτοιμοι να πληρώσουμε το τίμημα κι όχι να στείλουμε το λογαριασμό σε όλη την κοινωνία.

ΥΓ. Φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή, φοροκλοπή, εισφοροαποφυγή, θαλασσοδάνεια, στρατηγικοί κακοπληρωτές, που έχουν αλλά δεν πληρώνουν και φορτώνουν τα δικά τους σε όλη την κοινωνία. Αθέμιτος ανταγωνισμός, «μαύρος» πλουτισμός, ηθικό μειονέκτημα. Πάνω στα ερείπια πολέμων και οικονομικών καταστροφών. Ότι ακριβώς κατηγορούσαν επί δεκαετίες οι μικρομεσαίοι και η εργατική τάξη την… πλουτοκρατία της χώρας, τώρα το κάνουν πολλοί, ίσως οι μισοί Έλληνες.

ΥΓ2. Στην παγκόσμια αστυνομική λογοτεχνία πολλοί γνωστοί συγγραφείς πίστευαν και επέβαλαν με τις περιγραφές και τα κείμενα τους ότι ο φόνος και τα συμπαραμαρτούντα (απομάκρυνση από τον τόπο του εγκλήματος, άλλοθι κ.λπ.) μπορούν αισθητικά και οργανωτικά –επουδενί ηθικά- να συνιστούν τέχνη. Ενίοτε υψηλή τέχνη.

ΥΓ3. Ασφαλώς η περίπτωση του κομμωτηρίου της Θεσσαλονίκης έναντι οποιουδήποτε πραγματικού ή επινοημένου serial killer θυμίζει τον Γιάννη Αγγιάννη, που με αφορμή τα δύο καρβέλια που έκλεψε από το φούρνο για να χορτάσει την πείνα του, καταδικάστηκε σε ισόβιο κυνηγητό από τον Ιαβέρη. Τα «μικρά» εγκλήματα, λοιπόν, και η κάθαρσή τους μπορούν να διεκδικήσουν την πιθανότητα να γοητεύσουν το ρόλο και τη θέση τους τόσο στην τέχνη, όσο και στην πραγματικότητα. Αρκεί να διαθέτουν φινέτσα και στιλ.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ