Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020
x

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ: ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ Ο ΕΦΚΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Αφορμή για να ασχοληθεί το ΕΣ με το θέμα ήταν μια σμηναγός, που υποστήριξε ότι ο «νόμος Κατρούγκαλου» δημιούργησε συνταξιούχους «πολλών ταχυτήτων»

Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφάνθηκε ότι δεν προσκρούει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και στις συνταγματικές επιταγές ο «νόμος Κατρούγκαλου» (νόμος 4387/2016, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4670/2020) ως προς το κεφάλαιο τόσο της σύστασης του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), όσο και της καταβολής των συντάξεων στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους.

Παράλληλα, η Ολομέλεια του Ε.Σ. παράπεμψε στο 3ο Τμήμα του ίδιου δικαστηρίου να κρίνει οριστικά για την ορθότητα ή μη της αναλογίας μεταξύ μισθού ενέργειας και σύνταξης.

Υπενθυμίζεται, ότι την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου την απασχόλησε το επίμαχο θέμα μετά από προδικαστικό ερώτημα που είχε σταλεί από το 3ο Τμήμα του ίδιου δικαστηρίου (απόφαση 277/2019) που έχει διχάσει τους δικαστές του Τμήματος αυτού ως προς την συνταγματικότητα του επίμαχου ασφαλιστικού νόμου. Το 3ο Τμήμα του Ε.Σ,. με οριακή πλειοψηφία, είχε κρίνει συνταγματικό το νόμο 4387/2016.

Αφορμή για να ασχοληθεί το Ε.Σ. με το επίμαχο θέμα ήταν μια 49χρόνη σμηναγός, η οποία συνταξιοδοτήθηκε από την Πολεμική Αεροπορία και έλαβε μειωμένη σύνταξη σε σχέση με τους συναδέλφους της οι οποίοι λαμβάνουν μεγαλύτερη σύνταξη με το παλαιό νομοθετικό πλαίσιο, μεταδίδει το protothema.gr.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της σμηναγού ο «νόμος Κατρούγκαλου» δημιούργησε αφενός συνταξιούχους «πολλών ταχυτήτων» και αφετέρου καθιέρωσε άνιση και διαφορετική μεταχείριση ομοειδών περιπτώσεων, με τελικό αποτέλεσμα οι «παλαιοί» συνταξιούχοι, οι οποίοι λαμβάνουν τη σύνταξή τους σύμφωνα με το παλαιό νομοθετικό πλαίσιο συνταξιοδότησης των Δημοσίων υπαλλήλων, να εισπράττουν συντάξεις πολύ μεγαλύτερες των συντάξεων των «νέων» συνταξιούχων. Ακόμη, υποστηρίζει ότι ο νέος ασφαλιστικός νόμος είναι αντισυνταγματικός και αντίθετος στην ΕΣΔΑ.

Τώρα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου με την υπ΄ αριθμ. 2020/2020 απόφασή της (πρόεδρος ο Ιωάννης Σαρμάς και εισηγήτρια η σύμβουλος Ευαγγελία Σεραφή) αρχικά έκρινε ότι είναι συνταγματικώς ανεκτή, η σύσταση νομικού προσώπου, ως Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, στον οποίο το κράτος αναθέτει επιτροπικώς τη διαχείριση της υποχρέωσης του Δημοσίου να καταβάλει τις συντάξεις. Όμως, ως απαραίτητη προϋπόθεση έθεσε το Ε.Σ. ότι το Δημόσιο δεν μπορεί να απεκδύεται της άμεσης υποχρέωσής του για καταβολή των συντάξεων, καθιστάμενο τρίτος.

Παράλληλα, η Ολομέλεια του Ε.Σ., αποφάνθηκε και τα εξής:

1) Επί του ερωτήματος αν η ίδρυση Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και η ανάληψη από αυτόν σύμφωνα με τον ν. 4387/2016 (όπως ισχύει σήμερα με τις τροποποιήσεις που δέχθηκε από το ν. 4670/2020) της υποχρέωσης καταβολής των συντάξεων στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους παραβιάζει το Σύνταγμα, η κρίση του Ε.Σ. είναι ότι δεν υφίσταται ζήτημα αντισυνταγματικότητας των σχετικών ρυθμίσεων.

2) Επί του ερωτήματος αν με τον τρόπο χρηματοδότησης, ορισμού και υπολογισμού των συντάξεων των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, όπως ορίσθηκαν στον ν. 4387/2016, παραβιάζεται το Σύνταγμα ή υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες (ΕΣΔΑ), η κρίση του Ε.Σ. είναι ότι, εφόσον η σύνταξη που προκύπτει ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εύλογης αναλογίας, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων στο Σύνταγμα ή σε υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες και

3) Η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο 3ο Τμήμα προκειμένου αυτό να κρίνει για το εύλογο της αναλογία μισθού ενέργειας και σύνταξης.

Η Ολομέλεια του Ε.Σ. θεώρησε δεδομένο ότι και στην ισχύουσα πλέον νομοθεσία αναγνωρίζεται η ύπαρξη ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος. Περαιτέρω, έκανε δεκτό ότι το καθεστώς αυτό εντάσσεται στον ΕΦΚΑ για λόγους βιωσιμότητας του συστήματος και λογιστικής διαχείρισης και τέλος, έκρινε ότι η σύνταξη που καταβάλλεται στους δημοσίους λειτουργούς και υπαλλήλους είναι συνέχεια του μισθού τους και όχι αναπλήρωση των αποδοχών ενεργείας.

Ακόμη, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η σύνταξη των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, όπως προκύπτει από τον υπολογισμό αυτής με βάση τα δύο αυτής τμήματα, την εθνική και την ανταποδοτική άλλως αναλογική σύνταξη, δεν αποδίδει κατά διαφανή τρόπο την εύλογη αναλογία, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν καθεστώς.

Όμως, κατά την κρίση της Ολομέλειας του Ε.Σ., η έλλειψη διαφάνειας δεν στοιχειοθετεί αφ’ εαυτής παραβίαση του Συντάγματος. Τούτο, διότι, δεν είναι το διαφανές του ποσοστού αναλογίας που αποτελεί αυτό που συνθέτει την εύλογη αναλογία, αλλά το εύρος της απόστασης μεταξύ αποδοχών ενεργείας και συντάξεως, όπως αυτό μπορεί να προκύψει από την εφαρμογή των σχετικών ρυθμίσεων.

Κατόπιν αυτών, έκρινε ότι επαφίεται στον κοινό νομοθέτη να δώσει συγκεκριμένη αριθμητική αποτύπωση στις συνταγματικές απαιτήσεις της εύλογης αναλογίας μεταξύ αποδοχών ενεργείας και σύνταξης. Η αναλογία δε αυτή για τους χαμηλούς μισθούς πρέπει να είναι «όσο το δυνατόν εγγύτερα», για τους μέσους «να μην απομακρύνεται αισθητά» και για τους υψηλούς μισθούς «να μη στοιχειοθετεί ανατροπή του επιπέδου ζωής». Επαφίεται δε στον νομοθέτη να διαρρυθμίσει περαιτέρω τις βάσεις υπολογισμού ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας, την κατηγορία, τον βαθμό, την ηλικία κ.λπ.

Δεδομένου, πάντως, ότι το εύλογο της αναλογίας εξαρτάται από πολύπλοκες θεωρήσεις, εναπόκειται στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει, βάσει οικονομικών και αναλογιστικών μελετών, αλλά και κατά αιτιολογημένη εκτίμηση του εν γένει δημόσιου συμφέροντος, το σημείο ισορροπίας των αντίρροπων πιέσεων που ασκούν, από τη μία η προσδοκία του συνταξιούχου ότι το επίπεδο ζωής του δεν θα μετεβάλλετο ουσιωδώς μετά τη συνταξιοδότησή του, από την άλλη η δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Εφόσον όμως η εύλογη αναλογία, παραμένει αδιαφανής, εναπόκειται στο δικαστήριο ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου να προσδιορίσει περαιτέρω το αριθμητικό ποσοστό που θα πραγματώνει την κατά τα ανωτέρω συγκεκριμενοποίηση της εύλογης αναλογίας, ήτοι να κρίνει αν ο κοινός νομοθέτης ορίζοντας το ανωτέρω σημείο ισορροπίας κινήθηκε εντός των υπό του Συντάγματος διαγεγραμμένων σ’ αυτόν ορίων.

Κοντολογίς, με τις σκέψεις αυτές, η Ολομέλεια έκρινε ότι δεν πρέπει αυτή να δώσει τη συγκεκριμένη λύση, αλλά πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο 3ο Τμήμα για οριστική κρίση.

Πηγή: protothema.gr




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ