Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020
x

ΕΝΑ ΧΑΔΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΠΙΛΙ ΚΑΙ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΤΟΥ ΙΚΕΑ

Η θρυλική συνάντηση παρέμεινε άγνωστη για πολλά χρόνια - Από τότε, όποιος τύχει να ακούσει τα τραγούδια, αντιλαμβάνεται από ένστικτο κάποιες αναλογίες

Το σκούρο τζιπ κατευθύνθηκε αργά προς το τέλος του πάρκινγκ, εκεί που η άσφαλτος συναντάει την αμμουδιά, στο αριστερό μέρος του δρόμου που οδηγεί από τη Θεσσαλονίκη, προς το αεροδρόμιο, στο ύψος του εμπορικού κέντρου Florida II. Ο οδηγός, ένας συμπαθής νεαρός γύρω στα 25, βγήκε, έκανε τον κύκλο του αυτοκινήτου και άνοιξε την πίσω δεξιά πόρτα. Αμέσως ξεπρόβαλε μια αδύνατη μαύρη γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας, μάλλον σαραντάρα. Φορούσε λουλουδάτο φόρεμα, σκούρο φουλάρι και ζακέτα που την προστάτευαν από την υγρασία της νύχτας που μόλις είχε αρχίσει να πέφτει. Είπε στον οδηγό να περιμένει, έβγαλε τις γόβες της, περπάτησε στην αμμουδιά και κατευθύνθηκε προς τη μοναδική αναποδογυρισμένη βάρκα, που την έλεγαν ΛΟΛΑ. Ακούμπησε επάνω της, μπροστά στη θάλασσα, και άρχισε να ψιθυρίζει  ένα τραγούδι.

«Αίμα στα φύλλα και αίμα στη ρίζα /
μαύρα σώματα κρεμασμένα στο αεράκι του νοτιά. /
Ένας παράξενος καρπός /
κρέμεται απ’ της λεύκας τα κλαδιά /
βουκολική εικόνα του ανδρείου νότου. /
Τα εξογκωμένα μάτια και τα παραμορφωμένα στόματα /
άρωμα μανόλιας, γλυκό και δροσερό /
και ύστερα η μυρωδιά της της καμένης σάρκας. /
Τα κοράκια θα δρέψουν τούτο τον καρπό /
η βροχή θα τον μαζέψει /
θα τον γευτεί ο άνεμος /
θα τον σαπίσει ο ήλιος /
θα τον ρίξουν τα δένδρα. /
Τι παράξενη και πικρή σοδειά».

«Ωραίο τραγούδι, τι λέει;» ακούστηκε μια βαριά φωνή πίσω από τη Μπίλι Χολιντέι. Η Σωτηρία Μπέλλου είχε φτάσει με ταξί, ελαφρώς καθυστερημένη. Φορούσε καφέ φούστα κάτω από το γόνατο, μπεζ πουκάμισο, καρό σακάκι και χαμηλά παπούτσια. «Λέει –απάντησε η Μπίλι- για όσα συμβαίνουν στη χώρα μου. Για όσα έζησα από μικρή και για όσα είδα μεγαλώνοντας. Στα δεκατρία μου, υπήρχαν στιγμές που μπορούσα να είμαι πραγματικά πολύ στρίγγλα και ξεροκέφαλη. Είχα απλώς αποφασίσει να μην λέω και να μην κάνω οτιδήποτε αντιτίθεται στη θέλησή μου. Τέρμα τα <σας παρακαλώ κύριε> και τα <ευχαριστώ κυρία>. Τίποτε. Εκτός κι αν το 'θελα. Πρέπει να έχει ζήσει κανείς φτωχός και μαύρος για να καταλάβει πόσα χαστούκια τρώει κάποιος, στην προσπάθεια του να το κάνει αυτό πράξη. Μου έχουνε πει πως κανείς δεν λέει την λέξη <πείνα> σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη <αγάπη>. Ίσως γιατί θυμάμαι τί σημαίνουν τούτες οι λέξεις. Ίσως γιατί είμαι τόσο περήφανη ώστε να θέλω να θυμάμαι τη Βαλτιμόρη και το Ουέλφερ Άιλαντ, το Ίδρυμα Καθολικών και το δικαστήριο Τζέφερσον Μάρκετ, τον σερίφη μπροστά απ' το σπίτι μας στο Χάρλεμ και τις πόλεις απ' τη μια άκρη της χώρας στην άλλη, όπου γέμισα χτυπήματα και ουλές, στη Φιλαδέλφεια και στο Ώλντερσον, στο Χόλιγουντ και στο Σαν Φρανσίσκο - κάθε γωνιά, πανάθεμά την. Όλες οι Κάντιλακ και οι μινκ γούνες - και είχα πολλές στη ζωή μου - δεν μπορούν να με κάνουν να τα ξεχάσω. Και σε όλα αυτά τα μέρη, κι απ' όλο αυτό τον κόσμο, ό,τι έμαθα τα λένε τούτες οι δυο λέξεις. Πρέπει να 'χεις φαΐ να φας, πρέπει να 'χεις λίγη αγάπη στη ζωή για να ανεχτείς του καθενός το συναξάρισμα για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεσαι σωστά».



Η Μπέλλου, που όλη αυτή την ώρα νιώθωντας την ένταση κρατούσε την αναπνοή της, χαλάρωσε, ένιωσε να δακρύζει και ψιθύρισε κάτι σαν «πως σε καταλαβαίνω». Και άρχισε να τραγουδάει χαμηλά, σαν να τραγουδούσε ύμνο, όπως όταν ήταν μικρή κι έψελνε στην εκκλησία:  

Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια /
και με τους φίλους τους παλιούς /
τριγυρνάμε στα σκοτάδια /
κι όμως εσύ δε μας ακούς.

Δε μας ακούς που τραγουδάμε /
με φωνές ηλεκτρικές /
μες στις υπόγειες στοές /
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε /
τις βασικές σου τις αρχές.

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπάνε /
τρώνε βρώμικο ψωμί /
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε
υπόγεια διαδρομή».

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα /
βάλε στα ρούχα σου φωτιά /
βάλε στα όργανα φωτιά /
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα /
η τρομερή μας η λαλιά»/

«Τι σημαίνουν όλα αυτά;» τη ρώτησε η Χολιντέι νιώθοντας με τη σειρά της τις δονήσεις της εσωτερικής έντασης ενός τραγουδιού που δεν είχε οικείο για εκείνην ρυθμό, αλλά καταλάβαινε ότι ήταν σημαντικό. Η Μπέλλου άρχισε να εξηγεί. Είμαι από ένα μικρό χωριό και θέλησα να γίνω τραγουδίστρια όταν είδα μία στο σινεμά, στο καφενείο. Με πάντρεψαν μικρή, ο άντρας μου με έδερνε, με κτυπούσε ακόμη κι όταν ήμουν έγκυος με αποτέλεσμα να αποβάλλω. Σιχάθηκα τους άντρες. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και του έριξα βιτριόλι. Το πλήρωσα, αλλά στο χωριό δεν μπορούσα να γυρίσω. Πήγα στην Αθήνα, ήταν Κατοχή, έκανα πολλές δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσω και κοιμόσουν σε βαγόνια του τρένου. Οργανώθηκα στην αντίσταση, με έπιασαν οι Γερμανοί, με βασάνισαν, ούτε κι εγώ ξέρω το πως γλίτωσα. Έχω φάει πολύ ξύλο στη ζωή μου, αλλά αντέχω. Όταν ελευθερωθήκαμε συνέχισα να τραγουδάω σε μικρά ταβερνάκια, ώσπου με άκουσε ο Τσιτσάνης, ένας σπουδαίος συνθέτης και με πήρε δίπλα του. Μεγάλα, κιμπάρικα τραγούδια. Η ζωή μου έφτιαξε, κατά κάποιον τρόπο».   

Το ραντεβού ανάμεσα στην «κυρία που τραγουδάει τα μπλουζ» και την μεγάλη ρεμπέτισσα είχε κλειστεί από την προηγούμενη ημέρα, όταν συναντήθηκαν τυχαία σε ένα στούντιο ηχογραφήσεων στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η μεγάλη κυρία της τζαζ πέρασε για να κάνει το χατίρι σε ένα φίλο της μουσικό, με τον οποίο έφυγε για λίγο από την Αμερική για να γλιτώσει από τους δαίμονες της. Τα σκληρά ναρκωτικά και το αλκοόλ. Να ζεσταθεί στον ήλιο της Μεσογείου, να ενισχύσει το ανοσοποιητικό της. Και δεν αρνήθηκε να πει α καπέλα ένα ρεφρέν. Τους είπε εκείνο που ονειρεύεται τη ζωή της και κάπου λέει ότι «ποτέ δεν είναι αργά για έναν άντρα»  

«Sometimes I say /
if I just could get away /
with my man. /

He’  d go straight sure as fate /
for it never is too late /
For a man».

Η Μπέλλου ηχογραφούσε ένα τραγούδι για μια ειδική έκδοση, που είχε πει χιλιάδες φορές στο παρελθόν.

«Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει /
κοντά σου θα ’ρθει μια χαραυγή /
καινούρια αγάπη να σου ζητήσει /
κάνε λιγάκι υπομονή».
 
Με την ευκαιρία που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη πέρασε και από το γνωστό καφενείο στην Ξηροκρήνη για να ρίξει μερικές ζαριές. Στη ζωή της είχε πιεί, είχε καπνίσει, είχε ερωτευτεί, αλλά μάλλον τίποτα δεν της έδινε ευχαρίστηση όσο ο τζόγος. Και το τραγούδι, όλα κι όλα. Δεν τραγουδούσε ποτέ με το ζόρι. Ούτε με το μυαλό. Μόνο με τη φωνή της, με την καρδιά της και με ότι κουβαλούσε ο εαυτός της από όταν ήταν μικρή, στο χωριό έξω από τη Χαλκίδα.

Η επόμενη ώρα πέρασε χωρίς να πουν τίποτα. Αυτές που η καθεμιά τους κατέκτησε τον κόσμο της με τη φωνή της δεν έβγαλαν μιλιά. Η μία συλλογιζόταν τη ζωή της άλλης. Και τη δική της. Αργότερα, όταν αποφάσισαν να περπατήσουν δίπλα δίπλα, συμφώνησαν πως ήταν τυχερές που τραγουδούσαν. Που κατάφεραν χωρίς να το επιδιώξουν να μετουσιώσουν όσα έζησαν σε αυθεντική έκφραση. Έτσι τους έλεγαν οι άλλοι, δηλαδή. Συμφώνησαν, ακόμη, πως ο άνθρωπος πρέπει να μένει δυνατός, αλλά και ότι μια ζωή χωρίς πάθη δεν έχει νόημα, παρά το ότι είναι σίγουρο πως κάποια στιγμή τα πληρώνει κανείς.

Κάποια στιγμή ο οδηγός του τζιπ τις είδε να επιστρέφουν από την παραλία πιασμένες αγκαζέ. Η Μπίλι του έκανε νόημα ότι μπορούσε να φύγει χωρίς αυτήν. Πέρασαν απέναντι, στο πάρκινγκ του ΙΚΕΑ, που τέτοια ώρα ήταν άδειο. Που και που τις άκουγε κανείς να γελούν σαν μικρά παιδιά. Σαν μικρά κορίτσια. Ώσπου το σκοτάδι τις κάλυψε εντελώς και κανείς δεν έμαθε ούτε που πήγαν, ούτε τι έκαναν, ούτε ακόμη αν έμειναν εκεί, σε ένα πάρκινγκ με λίγα αυτοκίνητα. Τι σημασία έχει αυτό για μια Μπίλι Χολιντέι, τη μεγαλύτερη μαύρη τραγουδίστρια της Αμερικής, και για μια Σωτηρία Μπέλλου, την πιο χαρακτηριστικά –μάλλον- γυναικεία φωνή του ρεμπέτικου.

ΥΓ. Η θρυλική αυτή συνάντηση παρέμεινε άγνωστη για πολλά χρόνια. Στην ουσία μέχρι σήμερα. Αλλά από τότε όποιος τύχει να ακούσει τα τραγούδια και της μιας και της άλλης αντιλαμβάνεται από ένστικτο κάποιες αναλογίες. Να είναι τα μυστικά εκείνης της νύχτας; Ίσως. Να είναι  οι ταλαιπωρημένες τους ζωές, που εξελίχθηκαν σε δοξασμένες καριέρες;  Πιθανόν. Ή μήπως είναι οι φωνές δύο γυναικών που τραγουδούν επειδή αυτό θέλουν να κάνουν, επειδή, δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν κι επειδή –ρε παιδί μου- όπως στη ζωή, έτσι και στην τέχνη –και πολύ περισσότερο στο λαϊκό τραγούδι- δεν εξηγούνται όλα, ούτε καν τα περισσότερα. Ειδικά αυτό το πολύ μακριά, το απροσδιόριστο και απρόσιτο που γεννάει συγκινήσεις και η Μπίλι με τη Σωτηρία καταφέρνουν να μας το φέρουν τόσο κοντά, ώστε να μας αγγίξει.     




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ