Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018
x

Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ ΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΠΑΡΙΣΤΑΝΕΙ ΤΩΡΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΤΑΤΗ

Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και κυβερνητικά στελέχη, θέλουν να αντιστρέψουν το κλίμα, αντί να απολογηθούν για τις κατηγορίες που τους βαραίνουν.

Σπουδασμένα στην προπαγάνδα τα στελέχη της Αριστεράς, αλλά και με εμπειρία μετά από δεκαετίες στις μεθόδους διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, ως προπαγανδιστές και ως αγκιτάτορες, κατορθώνουν να διαστρεβλώνουν τον ορθό λόγο, ιδιαιτέρως σε έναν λαό πολιτιστικά υποβαθμισμένο, μετά από την χρόνια πλύση εγκεφάλου σε ανθελληνικά στερεότυπα.

Αίφνης, τόσο ο πρωθυπουργός όσο και κυβερνητικά στελέχη, θέλοντας να αντιστρέψουν το κλίμα, αντί να απολογηθούν επί της ουσίας των κατηγοριών που τους βαραίνουν, και που σε άλλες χώρες υπό το βάρος των ευθυνών κα των τύψεων θα είχαν παραιτηθεί, όχι μόνον από τα αξιώματά τους, αλλά και από την πολιτική, με τεχνάσματα επιχειρηματολογούν επί μη υπαρκτών θεμάτων.

Εμφανίζονται να υπερασπίζονται τους αστυνομικούς και τους πυροσβέστες, έναντι των κατηγόρων τους. Μόνον που, από κανέναν και ποτέ καθ’ όλη την διάρκεια της πυρκαγιάς στο Μάτι, όσο βρισκόταν το θέμα στην επικαιρότητα, δεν υπήρξε καμιά κατηγορία ούτε καν υπαινιγμός εναντίον αστυνομικών και πυροσβεστών. Οι κατηγορίες απευθύνθηκαν κατά της ηγεσίας των σωμάτων, κατά των πολιτικών προϊσταμένων τους, μηδέ του πρωθυπουργού εξαιρουμένου και της περιφερειάρχη Αττικής.

Στερημένοι όμως επιχειρημάτων, αποφάσισαν να παίξουν τον προστάτη αστυνομικών και υπαλλήλων, αφού βρίσκονται στην τάξη των φτωχών, που όπως λέει η Αχτσιόγλου, είναι αυτοί που στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν παρατήρησα όμως αντίδραση των αστικών κομμάτων σ’ αυτήν την υποκριτική στάση της Αριστεράς, η οποία από την ίδρυσή της βυσσοδομούσε κατ’ αυτών των ανθρώπων, θεωρώντας τους το στήριγμα του αστικού καθεστώτος.

Μόλις προχθές, στέλεχος της Αριστεράς, επανέλαβε τον συνήθη όρο που χρησιμοποιούν για την Αστυνομία, έχοντας εμπεδώσει την σοβιετική ιδεολογία και με συνέπεια την ακολουθούν. Μιλούσε συνεχώς, αναφερόμενος στους αστυνομικούς, με περισσή περιφρόνηση αποκαλώντας τους «δυνάμεις καταστολής». Αυτός είναι στερεότυπος όρος, για να απαξιώσουν το έργο της Αστυνομίας.

Βεβαίως, για την Αριστερά, η Αστυνομία είναι δύναμη υπεράσπισης του λαού, όταν πρόκειται για την Αστυνομία της Νικαράγουας ή της Βενεζουέλας. Στην Ελλάδα όμως, η Αριστερά αδιαφορεί για το γεγονός, ότι τα νέα παιδιά που απαρτίζουν το σώμα της Αστυνομίας, δεν είναι παιδιά εφοπλιστών, ούτε κρατικοδίαιτων συνδικαλιστών, ούτε κομματικών στελεχών, ούτε επαγγελματιών «προοδευτικών».

Είναι παιδιά μικροαστικών ή φτωχών οικογενειών, που αμείβονται πενιχρά, παίζουν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα και υποχρεώνονται να δέχονται τους προπηλακισμούς κάθε αλητήριου, που παριστάνει τον σπουδαίο εν μέσω πλήθους γνωρίζοντας ότι έχει ασυλία.

Και ταυτόχρονα, μεγάλος αριθμός αυτών των παιδιών τραυματίζεται, χωρίς κάποιος μεγαλοσχήμονας να τους επισκεφθεί, ενώ αν πρόκειται για μετανάστη, τότε σύμπας ο «προοδευτικός» κόσμος θα επιδείξει το ενδιαφέρον του.

Δεν είναι λοιπόν για την Αριστερά «δυνάμεις του νόμου» οι αστυνομικοί, αλλά «δυνάμεις καταστολής». Δεν ρωτώ πώς ήταν οι αστυνομικοί στις σοβιετικές χώρες.

Είναι γνωστό. Αλλά σκέφτομαι, πώς κατάφερε η προπαγάνδα να μολύνει κάθε τι. Η αστή μαμά, για να πείσει το παιδί να καθίσει φρόνιμο ή να φάει το φαγητό του, το απειλούσε με την επωδό «θα φωνάξω τον χωροφύλακα», ενσταλάζοντάς του σιγά-σιγά το μίσος για έναν υπερασπιστή του αστικού κράτους.

Ό,τι και να κάνει η Αστυνομία, θα βρεθεί υπόλογη στα μάτια των «προοδευτικών» προπαγανδιστών ή και ανόητων που παπαγαλίζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται. Αν επέμβει για διάλυση ταραχώδους διαδήλωσης, όπου φυσικά θα χρησιμοποιήσει βία, θα κατηγορηθεί. Αν δεν επέμβει, πάλι θα φταίει, επειδή δεν επενέβη.

Έτσι, στα μάτια πολλών, ο νεαρός αστυνομικός είναι εχθρός του λαού, και όχι φρουρός του νόμου. Διότι και ο νόμος του αστικού κράτους, εχθρεύεται τον λαό, πέρασε το μήνυμα η Αριστερά. Άρα, ένας συνεπής «προοδευτικός» οφείλει να μη τον σέβεται και να μη υπακούει σ’ αυτόν. Η έκφραση «με το τσαμπουκά μας», ακούγεται τακτικά από τους συνδικαλιστές.

Είναι ιδεολογικές επομένως οι διαφορές, δεν είναι ούτε τακτικής ούτε υπηρέτησης προσωπικού συμφέροντος. Πρόκειται για διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια οι «νοικοκυραίοι» με σεβασμό στο νόμο και από την άλλοι οι λαϊκιστές και «τσαμπουκάδες».

 

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ