Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019
x

Η ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ: ΜΙΑ ΘΡΑΚΙΩΤΙΣΣΑ ΚΑΛΛΟΝΗ, ΣΤΑΡ ΣΤΟ ΛΟΥΒΡΟ

Αφιέρωμα της Voria.gr στη Νίκη της Σαμοθράκης: Η φτερωτή Θεά, το άγαλμα - σταρ του Λούβρου και η αβάσταχτη «πέτρα» που, ίσως, δεν θέλουμε να σηκώσουμε

«Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες». Ο Γιώργος Σεφέρης είναι εμμονικός -και ποιος να τον κατηγορήσει- με την ελληνική, εβένινη, δουλεμένη «πέτρα», την αδυσώπητη κληρονομιά του σύγχρονου Έλληνα, ο οποίος, κάθε που τη συναντά ή τη συλλογίζεται, βυθίζεται και καθηλώνεται ολοένα και περισσότερο εμπρός στη σαγήνη που αφειδώς αποπνέει.

Η σεφερική «πέτρα» είναι το ορυκτό με το οποίο είναι στρωμένη η ελληνική γη, είναι οι απειρομεγέθεις, κυκλώπειοι, αβάσταχτοι, ασήκωτοι ογκόλιθοι της ιστορίας μας, είναι τα ερειπωμένα, αγνώριστα υλικά των σπιτιών των εξαφανισμένων πόλων, που, κάποτε, ενώ ήκμαζαν, κατοικούνταν. Είναι κεφάλια, σώματα, ακρωτηριασμένων τις περισσότερες φορές, αγαλμάτων, που ανακαλύπτονται παντού και πάντοτε μες στο ελληνικό χώμα.

Η «πέτρα» αυτή, η ελληνικότητα, τ' αγάλματα, οι Ολύμπιοι, οι ναοί, έγιναν αντανάκλαση του Φωτός στον υφήλιο, αλλά, ταυτόχρονα, έγιναν και το φωλιασμένο εικονοστάσι της πιο μύχιας ουσίας του νέου Έλληνα, ριζώνοντας στα μέσα της σα θρηνητική, ασίγαστη οιμωγή.

Με μια τέτοια, θεσπέσια, φτερωτή αλλ' ακέφαλη, «πέτρα», τη Νίκη της Σαμοθράκης που «φιλοξενείται» στο Μουσείου του Λούβρου, η Voria.gr ολοκληρώνει το δίμηνο αφιέρωμά της στις αρχαιότητες που διηρπάχθησαν στο εξωτερικό, αφορμή για το οποίο αποτέλεσε η έλευση των «Μαγεμένων» στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από την αξιέπαινη και υποδειγματική πρωτοβουλία της ΔΕΘ – Helexpo και τη σημαντικότατη υποστήριξη της ΕΥΑΘ, του ΟΛΘ, του ΕΒΕΘ και του ΕΕΘ. Προηγήθηκαν, φυσικά, οι αναφορές στους ξενιτεμένους στη Γλυπταποθήκη του Μονάχου «Αιγινήτες», στον αιχμάλωτο Αρπιστή της Νέας Υόρκης, στην απαγωγή της Αφροδίτης της Μήλου, στην απώλεια του Βωμού της Περγάμου, στη βίαιη αρπαγή των Γλυπτών του Παρθενώνα από τον «άξεστο» λόρδο Έλγιν και το χρονικό για τη διεκδίκηση της επιστροφής τους.

 

Η Θεά


H Θεά Νίκη στην ελληνική μυθολογία είναι η φτερωτή θεά που συμβολίζει, προφανώς, τη νίκη. Ειδικό χαρακτηριστικό της είναι τα φτερά της που απλώνει θριαμβευτικά πάνω από τα εγκóσμια.

Η Νίκη εμφανίζεται στη λογοτεχνία για πρώτη φορά στον Ησίοδο, ενώ πρωιμότερες αναπαραστάσεις της χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 6ου π. Χ. αιώνα. Ο Ησίοδος τη θεωρεί κόρη του Τιτάνα Πάλλαντα και της Στύγας, αδελφή του Ζήλου, του Κράτους και της Βίας, ενώ κατά μία άλλη παράδοση ήταν θυγατέρα του Άρη.

Ανήκει στην πρώτη θεϊκή γενιά και είναι παλαιότερη από τους Ολύμπιους Θεούς. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, την είχε αναθρέψει ο Πάλλας, ο οποίος της είχε αφιερώσει έναν ναό στην κορυφή του Παλατίνου λόφου στη Ρώμη. Ο μύθος αυτός γεννήθηκε από τις σχέσεις που συνδέουν στην Αθήνα τη θεά Αθηνά με τη Νίκη, καθώς και από την ομωνυμία τού Τιτάνα Πάλλαντα και της θεάς Αθηνάς Παλλάδας.

Ο ρόλος της ήταν να φέρνει τη νίκη και να την αναγγέλλει. Με αυτήν την ιδιότητα, όμως, εικονίζεται συχνά στην τέχνη για να εκθειάσει τους νικητές.

Στους ρωμαϊκούς χρόνους αντίστοιχη θεά ήταν η Victoria, με ειδικό τομέα την πολιτική έκφραση της κρατικής εξουσίας. Συνδέεται με τη Νέμεση, που αντιπροσωπεύει την εκδικητική και προειδοποιητική πλευρά της αυτοκρατορικής Νίκης.

Ρωμαίοι συγγραφείς, όπως ο Ιμέριος την ονομάζουν κόρη του Δία. Στην εποχή του αυτοκράτορα Αυγούστου οι ομοιότητες μεταξύ της ρωμαϊκής Victoria και της ελληνικής Νίκης ήταν πολύ μεγάλες.

Στη Ρώμη, η θεά Victoria έγινε το σύμβολο της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ο ναός της χρονολογείται από το 294 π. Χ. και πιθανώς ταυτιζόταν με τον ομώνυμο ναό στον Παλατίνο λόφο. Στη ρωμαϊκή δημοκρατία, η Victoria ήταν σχεδόν αποκλειστικά στρατιωτική θεότητα, συνδεδεμένη με τη Ρώμη και τη στρατιωτική της δόξα. Ο Αύγουστος μετά τη ναυμαχία του Ακτίου ανακήρυξε τη θεότητα προστάτρια του νέου πολιτεύματος.

Η Victoria εμφανίζεται κυρίως ως θεά της πολιτικής και στρατιωτικής νίκης. Η ρωμαϊκή θεότητα είναι συνδεδεμένη τόσο με την πολιτική και με τις ιστορικές αλλαγές που συνέβαιναν, όσο και με τον πόλεμο. Σχετίζεται στενά με τον ρωμαίο αυτοκράτορα και αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά στηρίγματα της θέσης του και της νομιμοποίησης της εξουσίας του.

Η ξεχωριστή ιδιότητα αυτής της θεότητας είναι ότι έγκειται στη στενή και αδιαχώριστη σύνδεσή της ως Αρετής με τα πρόσωπα των αυτοκρατόρων, στην αρχή με τον Αύγουστο και τους διαδόχους του και έπειτα με όλους τους υπόλοιπους αυτοκράτορες. Κυρίως ο Αύγουστος ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε τόσο πολύ με την εικόνα της και τα σύμβολα που θα κρατούσε και την χρησιμοποίησε για την εξυπηρέτηση των σκοπών του σε όλες τις μορφές τέχνης.

Η εικόνα της Νίκης για τους ρωμαίους πολίτες ήταν καθημερινή και στα δημόσια γλυπτά και στα νομίσματα. Έτσι, η Νίκη συνδέθηκε με την εδραίωση και την εξάπλωση της αυτοκρατορίας στα μάτια όλων. Η απεικόνισή της έχει προπαγανδιστικό και αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα. Εξυπηρετεί τον σκοπό της τιμητικής προβολής προσώπων, γεγονότων ή ιδεών και συχνά πολιτικών γεγονότων η καταστάσεων. Το πνεύμα, λοιπόν, της συγκεκριμένης θεάς είναι κατά κάποιον τρόπο τελείως αντικαλλιτεχνικό, παρότι αυτό δεν γίνεται εμφανές στις αναπαραστάσεις της.

Η λατρεία γι' αυτήν επικράτησε στην αυτοκρατορία μέχρι την έλευση του χριστιανισμού. Η Victoria Αugusta προσέλαβε μια κεντρική θέση στην πολιτική ιδεολογία της αυτοκρατορίας. Κάθε Ρωμαίος αυτοκράτορας τιμούσε την προσωπική του Victoria (Victoria Αugusti, Victoria Caesaris) και συχνά της έδιναν γεωγραφικά επίθετα που σημειώνουν τις χώρες που κατακτήθηκαν (Victoria Αrmenica, Βritannica, Germanica, Parthica, Pontica). Ακóμη, της προσέδιδαν τα λατρευτικά επίθετα Sancta, Aeterna και Maxima που προέρχονταν από ανατολική επίδραση.

Η απεικóνιση της Νίκης συμβóλιζε τρία είδη νίκης στη ρωμαϊκή και βυζαντινή τέχνη:

α) τη στρατιωτική νίκη και την ισχύ της αυτοκρατορίας   

β) τη νίκη στην επικράτηση του χριστιανισμού έναντι της ειδωλολατρείας και

γ) τη νίκη επί του θανάτου.

Η επικράτηση του Χριστιανισμού οδήγησε σε μια μεγάλη διαμάχη για τον βωμό της Νίκης στη Ρώμη, που τελικά καταστράφηκε το 382 μ. Χ.. Παρ' όλα αυτά, η εικόνα της Νίκης συνέχισε να είναι οικεία και προσιτή στους πολίτες. Στις αρχές του 5ου μ. Χ. αιώνα, η λατρεία της Νίκης ήταν ακόμη ζωντανή στη Ρώμη.

Με την καθιέρωση της  Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύουσα της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 324 μ. Χ., η Νίκη στεφανώνει την νέα πρωτεύουσα, όπως ακριβώς σε παλαιοτέρα νομίσματα η Νίκη στεφάνωνε τη Ρώμη. Αυτό εικονίζεται σε χρυσό νόμισμα Αρκαδίου του 397- 402 μ. Χ., όπου η προσωποποίηση της Κωνσταντινούπολης κρατάει στο χέρι της τη Νίκη πάνω σε σφαίρα, η οποία με τη σειρά της την στεφανώνει.

Σε χρυσό νόμισμα Πουλχερίας του 414-419 μ. Χ. η Νίκη κάθεται σε πλώρη πλοίου και κρατάει ασπίδα στην οποία χαράσσει χριστóγραμμα. Ο παλιός τύπος της απεικόνισης της Νίκης να γράφει σε ασπίδα (votum), τώρα, αποκτά ένα νέο ιδεολογικó περιεχόμενο.

Η Θεά χαράσσει το σύμβολο της νέας θρησκείας. Παραλλαγή του τύπου αυτού συναντάται σε σιμίσιο του 491-498 μ. Χ., όπου η Νίκη γράφει σε ασπίδα και δίπλα της βρίσκεται σταυρός με χριστόγραμμα, Σε χρυσό νóμισμα του 491-518 μ. Χ., η Νίκη στέκεται όρθια στραμμένη προς τα αριστερά και κρατάει ψηλó σταυρό στο δεξί της χέρι.

Από την άλλη, σε χρυσό νόμισμα Ιουστίνου του 519-527 μ.Χ., η Νίκη – Άγγελος, óρθια και μετωπική, κρατάει στο δεξί της χέρι ψηλó σταυρό, ενώ στο αριστερó μία σταυροφόρο σφαίρα. Παρóτι η απεικóνιση αυτή είναι εντελώς στατική, φέρνει μία νέα δυναμική, τη μετατροπή της Νίκης σε άγγελο. Αυτή η απεικόνιση είναι πλέον η συνήθης απεικόνισή της. Ο άγγελος με τα ίδια σύμβολα απαντάται σε χρυσά νομίσματα του Ιουστινιανού Ι.

 



Η σταρ του Λούβρου

 

Είναι το καμάρι του Λούβρου, το ομοούσιο μέλος της Αγίας Τριάδας του. Γιατί η Τζοκόντα, η Αφροδίτη της Μήλου και η Νίκη της Σαμοθράκης είναι οι τρεις σταρ του Λούβρου, οι αδιαφιλονίκητες ατραξιόν του.

Πώς, όμως, έφτασε η φτερωτή κι ακέφαλη θεά να αποτελεί το σημείο αναφοράς του Λούβρου;

Η Νίκη της Σαμοθράκης είναι μαρμάρινο γλυπτό άγνωστου καλλιτέχνη της ελληνιστικής εποχής που βρέθηκε στο ναό των «Μεγάλων Θεών»  Καβείρων στη Σαμοθράκη, παριστάνει φτερωτή τη θεά Νίκη και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου από το 1884. Είναι μία από τις τρεις φτερωτές Νίκες που βρέθηκαν στο ναό της Σαμοθράκης.

Οι άλλες δύο εκτίθενται η μεν πρώτη, που αποτελεί ρωμαϊκό αντίγραφο και το βρήκαν Αυστριακοί αρχαιολόγοι, στο μουσείο «Kunsthistorisches Museum» της Βιέννης και η δεύτερη, που βρέθηκε από την αμερικανική αποστολή του Karl Lehmann και της Phyllis Williams-Lehmann το 1949, στο αρχαιολογικό μουσείο της Σαμοθράκης.

Ο Lehmann και η σύζυγός του βρήκαν αργότερα (το 1950) σε ανασκαφές και τμήματα του δεξιού χεριού της «Νίκης της Σαμοθράκης». Λίγους μήνες μετά το ίδιο ζευγάρι αρχαιολόγων εντόπισε και δάχτυλα του δεξιού χεριού της ίδιας Νίκης στο προαναφερόμενο αυστριακό μουσείο, που τα είχε ακαταχώρητα και δεν γνώριζε ότι ανήκαν σε εκείνην.

Η δεξιά παλάμη της ανασυστάθηκε αποκαλύπτοντας ότι δεν κρατούσε σάλπιγγα όπως πολλοί πίστευαν μέχρι τότε και εκτίθεται επίσης στο Λούβρο, σε χωριστή βιτρίνα κοντά στα άγαλμα.

Το άγαλμα έχει ύψος 3,28 μ (με τα φτερά) και 5,58 με το πλώρη του πλοίου πάνω στην οποία είναι τοποθετημένο σήμερα. Φιλοτεχνήθηκε σε λευκό παριανό μάρμαρο για να τιμήσει τη θεά Νίκη αλλά και μια ναυμαχία – δεν είναι βέβαιο ποια. Ήταν αφιερωμένο σε ναό της Σαμοθράκης και χρονολογείται μεταξύ και 220 και 190 π.Χ. – οι περισσότεροι συγκλίνουν στο 190 π.Χ..

Σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου το έχουν τοποθετήσει σε μια βάση και αυτή με τη σειρά της είναι στερεωμένη σε μαρμάρινη πλώρη πλοίου. Στην αρχαιότητα εικάζεται ότι εκείνος που αφιέρωσε το έργο στο ναό της Σαμοθράκης (τόπο φημισμένο στην αρχαιότητα για την ιερότητά του) είχε δώσει παραγγελία να σχεδιαστεί ένα μικρό σύμπλεγμα θεάς και πλοίου.

Η μεν θεά φιλοτεχνήθηκε χωριστά από λευκό παριανό μάρμαρο και ίσως κρατούσε στεφάνι για το νικητή ή είχε υψωμένο το χέρι της στο στόμα για να διαλαλήσει τη νίκη χωρίς να κρατά τίποτα ή, τέλος, ίσως χαιρετούσε. Το άγαλμα στο ελληνιστικό σύμπλεγμα ήταν στερεωμένο στην επίσης μαρμάρινη πλώρη ενός πλοίου και έδινε την αίσθηση ότι μόλις είχε «προσγειωθεί» σε αυτό και πατούσε φευγαλέα. Το πλοίο ήταν από μάρμαρου Ρόδου. Οι ειδικοί εικάζουν ότι το έργο ήταν σχεδιασμένο για να το βλέπει ο κόσμος από τα αριστερά, κατά τα ¾ του προφίλ, επειδή όπως συνηθιζόταν στα ελληνιστικά χρόνια ήταν πιο καλοδουλεμένη η μία πλευρά του –εκείνη από την οποία προοριζόταν να το βλέπει το κοινό.

Μία εκδοχή των αρχαιολόγων για το αφιέρωμα επί πολλά χρόνια ήταν πως το είχε κάνει ο Δημήτριος ο Πολιορκητής (337-283 π.Χ.) όταν νίκησε τον στόλο του Πτολεμαίου στα ανοιχτά της Κύπρου γύρω στο 290 π.Χ. Σήμερα όμως πολλοί πιστεύουν ότι το αφιέρωσαν οι Ρόδιοι όταν το 191 π.Χ., συμμαχώντας με την Πέργαμο, νίκησαν τον Αντίοχο Γ΄ της Συρίας σε ναυμαχία στα ανοιχτά της Σίδης.

Το δεξιό φτερό βρέθηκε σχεδόν διαλυμένο εκτός από μικρά κομμάτια του και αποτελεί πρόσθετο έργο ανασύστασης «καθρέφτη» του αριστερού, από εμπειρογνώμονες του Λούβρου. Το άγαλμα εικάζεται ότι κατακρημνίστηκε και έσπασε εξαιτίας μεγάλου σεισμού κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα.

Τα κομμάτια του γλυπτού βρέθηκαν τμηματικά και στην αρχή η Νίκη εκτίθετο στο Λούβρο δίχως τον κορμό και τα φτερά της αλλά και δίχως την πλώρη, τα κομμάτια της οποίας οι Γάλλοι ειδικοί στην αρχή είχαν εκλάβει ότι ανήκαν σε τύμβο και τα είχαν αφήσει στη Σαμοθράκη.

Συγκεκριμένα, η ανεύρεση άρχισε το 1863 από μια αρχαιολογική αποστολή στην οποία επικεφαλής ήταν ο Κάρολος Σαμπουαζό (1830-1909) (Charles Champoiseau) υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αδριανούπολη (σημερινό Εντιρνέ Τουρκίας).

 

Ρόλος κι αρχιτεκτονική

 

Το ιερό της Σαμοθράκης ήταν αφιερωμένο στους Καβείρους, θεότητες της γονιμότητας, οι οποίοι προστάτευαν τους ναυτικούς και έδιναν δύναμη σε όσους πολεμούσαν. Η τοποθέτηση του αγάλματος της Νίκης σε ένα ακρόπλωρο αποτελούσε θρησκευτική πράξη απόδοσης φόρου τιμής σ’ αυτές τις θεότητες για τη βοήθεια που προσέφεραν στους νικητές-αναθέτες.

Ο καλλιτέχνης που δημιούργησε το γλυπτό δεν είναι γνωστός με βεβαιότητα, αν και ένα απόσπασμα από την επιγραφή στη βάση του γλυπτού περιλαμβάνει τη λέξη «Ρόδιος».

Πιστεύεται ότι το έργο ήταν ανάθημα της Ρόδου, της πιο μεγάλης ναυτικής δύναμης εκείνης της εποχής στο Αιγαίο, προς ανάμνηση μιας συγκεκριμένης νίκης σε ναυμαχία. Το χρώμα του μαρμάρου και ο τύπος του πλοίου που αποτελεί τη βάση του γλυπτού παραπέμπουν σε έργο που πιθανόν να προέρχεται από τη Ρόδο.

Σύμφωνα με άλλες πηγές, το γλυπτό ήταν αφιέρωμα του Μακεδόνα στρατηγού Δημητρίου του Πολιορκητή έπειτα από μια νικηφόρα ναυμαχία στην Κύπρο.

 

H σκάλα Daru οδηγεί στη Νίκη (1932)



Η θεά Νίκη παρουσιάζεται με τη μορφή μιας φτερωτής γυναίκας η οποία κατέβηκε από τον ουρανό, για ν' αναγγείλει τη νίκη στον στόλο που κέρδισε τη μάχη. Αναπαριστάνεται η στιγμή ακριβώς της προσγείωσης της θεάς, λίγο πριν αυτή σταθεί τελικά στην πλώρη του πλοίου, ενάντια στον δυνατό άνεμο που κάνει τα ενδύματά της να κυματίζουν. Το άγαλμα σμιλεύτηκε σε παριανό μάρμαρο, σε μέγεθος μεγαλύτερο από το φυσικό.

Στο δεξί χέρι της κρατούσε μάλλον μια σάλπιγγα, που θα την έφερε κοντά στα χείλη, ενώ στο αριστερό κρατούσε ίσως κάποιο λάφυρο ή τρόπαιο από τη μάχη.

Το πτυχωτό ένδυμα κολλά πάνω στο σώμα της σαν να είναι βρεγμένο. Το ένδυμα, που γλιστρά από τους ώμους της, κυματίζει πίσω της και τυλίγεται γύρω από τα πόδια της.

Τα δυνατά φτερά της θεάς μοιάζουν έτοιμα να την απογειώσουν ξανά. Παρά τους δεκάδες αιώνες που μεσολάβησαν, τα φτερά αυτά διατηρούν ακόμη και σήμερα μια αξιοθαύμαστη αναπαραστατική ακρίβεια.

Η κίνηση του έργου είναι σπειροειδής και η σύνθεσή του δίνει την εντύπωση ότι ανοίγεται οπτικά προς διάφορες κατευθύνσεις. Αυτό το πετυχαίνει ο καλλιτέχνης με τις οξείες γωνίες των φτερών, την προβολή του αριστερού ποδιού και την έμφαση που δίνει στο ένδυμα το οποίο κυματίζει ανάμεσα στα πόδια της θεότητας. Ο γλύπτης, από τον τρόπο με τον οποίο σκαλίζει το μάρμαρο, αποκαλύπτει το γυναικείο σώμα με μεγάλη δεξιοτεχνία και δίνει με έξοχο τρόπο την εντύπωση του λεπτού και βρεγμένου υφάσματος, που άλλοτε κολλάει στο σώμα και άλλοτε κυματίζει στον άνεμο.

Το μεγάλο αυτό έργο, το οποίο πιθανόν να χρησιμοποιούνταν ως βωμός, ήταν τοποθετημένο σε ανοιχτό και ψηλό χώρο κοντά στο ιερό. Σ’ αυτή τη θέση ίσως να υπήρχε μια μικρή τεχνητή λίμνη, μέσα στην οποία το πλοίο έμοιαζε να πλέει.

 

Κλοπή κι ανασύσταση

 

«Κύριε, εύραμεν μια γυναίκα!», λέγεται ότι αναφώνησε έκπληκτος ο εργάτης που ανακάλυψε τη 15η Απριλίου του 1863 ένα τμήμα του αγάλματος της Νίκης της Σαμοθράκης, στον επικεφαλής των ανασκαφών Κάρολο Σαμπουαζό.

Ο Γάλλος υποπρόξενος ήρθε αμέσως σε επικοινώνια με τον πρέσβη της πατρίδας του στην Κωνσταντινούπολη και εκείνος φρόντισε η Τουρκία να δώσει τότε την έγκριση για να αποπλεύσει γαλλικό πολεμικό πλοίο και να φορτώσει τη Νίκη της Σαμοθράκης για τη Γαλλία -η Σαμοθράκη είχε σημαντική αυτονομία, αλλά ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απελευθερώθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1912.

Το γλυπτό ταξίδεψε, λοιπόν, με πλοίο στη Γαλλία και το 1864 βρήκε μόνιμη πια στέγη στο Λούβρο, στις 11 Μαϊου του 1864, ενώ δύο χρόνια μετά εκτέθηκε για πρώτη φορά μετά τις απαραίτητες εργασίες – χωρίς, όμως, ακόμα να μπορούν να εκθέσουν το επάνω μέρος του κορμού και τα φτερά. Τα βασικά στάδια της αποκατάστασης του αγάλματος στο Λούβρο έγιναν το 1866, 1883 και 1934.

Το άγαλμα βρέθηκε σε πολλά κομμάτια, καθώς, στα ελληνιστικά χρόνια οι καλλιτέχνες δούλευαν το γλυπτό τους με αυτόν τον τρόπο  – στην αρχαία Ελλάδα δούλευαν χωριστά μόνον το κεφάλι και τα άκρα που εξείχαν. Ο άγνωστος, λοιπόν, γλύπτης είχε επεξεργαστεί το έργο του κατά τμήματα και ακολούθως το είχε ενώσει, οπότε στο σεισμό με την κατακρήμνιση του γλυπτού, αυτό έσπασε πολύ πιο εύκολα και σε πολλά σημεία.

Αποτελείται από το μεγάλο κομμάτι κάτω από το στήθος μέχρι τα πόδια, από ένα δεύτερο κομμάτι που είναι ο άνω κορμός, το αριστερό φτερό (το δεξί προστέθηκε αντιγράφοντας το αριστερό) και από το κεφάλι – αυτό δεν βρέθηκε ποτέ από όσο γνωρίζουν οι ειδικοί. Τα χέρια, τα φτερά και τα πόδια, όπως και πολλά κομμάτια του ενδύματος σμιλεύονταν τότε χωριστά και μετά το άγαλμα συναρμολογείτο. Τα φτερά ήταν από δύο μεγάλα μάρμαρα που ήταν συνδεδεμένα στην πλάτη χωρίς εξωτερική στήριξη και αυτό δημιουργούσε πρόβλημα ισορροπίας στο άγαλμα, αλλά ο γλύπτης το έλυσε με μεγάλη τέχνη.

Το 1875 Αυστριακοί αρχαιολόγοι είδαν στον τόπο της ανασκαφής τα μάρμαρα που ο Σαμπουαζό νόμισε ότι ανήκαν σε τύμβο και αναλογιζόμενοι ελληνικά νομίσματα που απεικόνιζαν τη Νίκη σε πλώρες πλοίων κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τμήματα μαρμάρινης πλώρης. Ο Σαμπουαζό έμαθε για τα μάρμαρα της πλώρης το 1879 και κατάφερε να τα πάρει κι αυτά στο Λούβρο. Η συναρμολόγηση και η αποκατάσταση (π.χ. του αριστερού φτερού που βρέθηκε σε πολλά κομμάτια και του δεξιού που ουσιαστικά είναι σχεδόν όλο προσθήκη μια που βρέθηκε ένα πολύ μικρό κομμάτι του) ολοκληρώθηκε το 1884.

 

H Νίκη απομακρύνεται σε ασφαλέστερη τοποθεσία λόγω του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1939)



Τον Αύγουστο του 1939 η «Νίκη της Σαμοθράκης» μεταφέρθηκε με μεγάλη δυσκολία με μια ξύλινη ράμπα, ώστε να απομακρυνθεί όπως και όλα τα πολύτιμα εκθέματα του Μουσείου σε ασφαλέστερη τοποθεσία λόγω του Β' Παγκοσμίου Πολέμου -φυλάχθηκε μαζί με την Αφροδίτη της Μήλου και τους «Σκλάβους» του Μιχαήλ Αγγέλου στο Château de Valençay.

Το 1950 όταν συναρμολογήθηκε και η δεξιά παλάμη της, άρχισε να εκτίθεται κι αυτή.

 

Αποκατάσταση

 

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ξεκίνησαν τα έργα της αποκατάστασής της και στις 14 Ιουλίου του 2014, 150 χρόνια μετά την έλευσή της στην Πόλη του Φωτός, οι επισκέπτες του Μουσείου θα έχουν την ευκαιρία να δουν την ανανεωμένη, πλέον, διάσημη Νίκη.

Η φτερωτή θεά τούς υποδέχεται φανερά καλλωπισμένη. Ήδη από τον Ιούλιο του 2014 είχε ολοκληρωθεί η συντήρησή της ύστερα από 10 μήνες εργασιών, αλλά πρόσφατα αποπερατώθηκε και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος χώρου. To ταβάνι, οι τοίχοι, τα κιγκλιδώματα και βεβαίως η μεγαλοπρεπής σκάλα Daru, δείγματα τεχνοτροπίας art deco, φρεσκαρίστηκαν για να πλαισιώσουν επάξια τη σπουδαία κυρία.

 

Από τις εργασίες συντήρησης, το 2013

 

Το χρονικό των εργασιών συντήρησης αλλά και το περιπετειώδες ταξίδι του αγάλματος από τη Σαμοθράκη στο Λούβρο παρουσιάζεται σε μια έκθεση με τίτλο «Η Νίκη της Σαμοθράκης - Ανακαλύπτοντας εκ νέου ένα αριστούργημα» ως τις 15 Ιουνίου. Μέσα από φωτογραφικό υλικό, κείμενα, μαρμάρινα ανάγλυφα που μέχρι πρότινος βρίσκονταν σε αποθήκες αλλά και βίντεο που μεταφέρει τους επισκέπτες στο νησί της Σαμοθράκης, τα εκατομμύρια των επισκεπτών του μουσείου θα συστήνονται ξανά με τη θεότητα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, της ελληνιστικής τεχνοτροπίας η οποία αναγγέλλει τη νίκη στο πεδίο της μάχης. Ολόλευκη πλέον όπως το παριανό μάρμαρο από το οποίο σμιλεύθηκε, αγέρωχη πάνω στην καθαρή πια φαιόχρωμη βάση της από μάρμαρο Λάρδου.

Μάχη με αιώνες και ρύπους

Είναι όντως εντυπωσιακή η φτερωτή Νίκη μετά τη συντήρησή της. Οπως μπορεί να πληροφορηθεί κάθε ενδιαφερόμενος και μέσα από το πλούσιο και ενημερωμένο site του μουσείου, η Νίκη αποσπάστηκε από τη βάση της σε σχήμα πρώρας πλοίου τον Σεπτέμβριο του 2013 και μεταφέρθηκε σε γειτονική αίθουσα όπου αφαιρέθηκε το στρώμα σκουρόχρωμων επικαθήσεων που την κάλυπταν, αποτέλεσμα της χρόνιας συσσώρευσης ρύπων.

Η βάση αποσυναρμολογήθηκε στα 23 κομμάτια της, έγιναν όλες οι απαραίτητες αναλύσεις και απομακρύνθηκαν οι επεμβάσεις αποκατάστασης του 19ου αιώνα, δηλαδή οι μεταλλικοί σύνδεσμοι που τα ένωναν καθώς και οι αρμοί από τσιμεντοκονία. Οταν ολοκληρώθηκε ο καθαρισμός τους, επανακολλήθηκαν με υλικά πιο ανθεκτικά αλλά και αντιστρέψιμα. Αγαλμα και νηόμορφη βάση συναντήθηκαν ξανά, χωρίς ωστόσο να παρεμβάλλεται ανάμεσά τους το μικρό βάθρο που είχε τοποθετηθεί τον προηγούμενο αιώνα.

Πιο εντυπωσιακή, ωστόσο, υπήρξε η ανταπόκριση του κόσμου στη δημόσια έκκληση του μουσείου για συγκέντρωση οικονομικών πόρων (δηλαδή στο crowdfunding) προκειμένου να καταστεί δυνατή η συντήρηση. «Tous mecènes!» («Ολοι μαικήνες!») ήταν το μήνυμα που απηύθυνε το μουσείο τον Σεπτέμβριο του 2013 σε απλούς ανθρώπους, επισκέπτες του μουσείου ή λάτρεις του συγκεκριμένου έργου προκειμένου να τους προτρέψει να συμβάλουν στη συγκέντρωση 1 εκατ. ευρώ για την αποκατάστασή του.

«Θέλουμε να δώσουμε την ευκαιρία σε όποιον το επιθυμεί να γίνει "εταίρος" σε αυτή τη μεγάλη επιχείρηση του Λούβρου», έλεγε ο πρόεδρος και διευθυντής του μουσείου Ζαν-Λικ Μαρτινέζ. Όχι χωρίς ένα μικρό, έστω, αντάλλαγμα. Ανάλογα με το ποσό της προσφοράς τους, οι σπόνσορες θα κέρδιζαν προνόμια: από μία δωρεάν επίσκεψη ως μία ετήσια συνδρομή για το μουσείο.

Σπόνσορες και «πρεσβευτές»

Σε χρόνο ρεκόρ, μέσα σε τρεις μήνες, είχε συγκεντρωθεί το ποσό. Σήμερα το μουσείο ευχαριστεί εγκάρδια τους 6.700 σπόνσορες που έσπευσαν να συνεισφέρουν καθώς και τους 289 «πρεσβευτές» οι οποίοι ανέλαβαν να διαδώσουν την έκκληση του μουσείου μέσω του Facebook και να συγκεντρώσουν τουλάχιστον 200 ευρώ έκαστος. Πάντως, δεν είναι η πρώτη φορά που το μουσείο του Λούβρου καταφεύγει στη μέθοδο του crowdfunding για να να χρηματοδοτήσει πολυδάπανα σχέδιά του. Το 2010 είχε συγκεντρώσει με την ίδια μέθοδο 1,3 εκατ. ευρώ προκειμένου να αποκτήσει το έργο «Οι τρεις Χάριτες» του Λούκας Κράναχ του πρεσβύτερου, ενώ το 2011 αγόρασε δύο αγαλματίδια του 13ου αιώνα με 800.000 ευρώ που μαζεύτηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Στην περίπτωση της Νίκης της Σαμοθράκης, η συντήρηση, βέβαια, δεν θα ήταν εφικτή αν επαφιόταν μόνο στη συνδρομή των ανώνυμων φιλότεχνων (οι οποίοι παρεμπιπτόντως μπορούν πλέον να δουν το όνομά τους να αναγράφεται στο site του μουσείου). Τα τρία από τα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ που χρειάστηκαν συνολικά διατέθηκαν από τρεις μεγάλους χορηγούς. O βασικότερος είναι η ιαπωνική εταιρεία μίντια και δημιουργίας περιεχομένου, Nippon Television Holdings, η οποία συμμετείχε μεταξύ άλλων και στην προγενέστερη συντήρηση της Αφροδίτης της Μήλου. Είναι επίσης ο επιχειρηματίας Μαρκ ντε Σαριέρ (CEO της γαλλικής εταιρείας Fimalac η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μέσω της Fitch Group) και η τράπεζα Bank of America Merrill Lynch, η οποία μέσω του Προγράμματος Συντήρησης Τέχνης (Art Conservation Project) συνεισφέρει στη διατήρηση σπουδαίων έργων από όλον τον κόσμο.

Τέσσερις συντηρήσεις και ένα άγαλμα

Αυτή δεν ήταν βεβαίως η πρώτη συντήρηση για το «διασημότερο μνημείο του κόσμου», όπως το διαφήμιζε το μουσείο του Λούβρου στην πρόσκληση για την έκθεση που παρουσιάζεται στην πτέρυγα Sully αυτόν τον καιρό. Όπως είναι γνωστό, το άγαλμα της φτερωτής θεάς που φιλοτεχνήθηκε στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. είχε βρεθεί το 1863 σε δύο κομμάτια στο Ιερό των Μεγάλων Θεών, στο βόρειο τμήμα του νησιού της Σαμοθράκης, από αρχαιολογική αποστολή της οποίας ηγούνταν ο υποπρόξενος της Γαλλίας στην Αδριανούπολη Κάρολος Σαμπουαζό.

Έναν χρόνο μετά ξεκίνησαν οι πρώτες επεμβάσεις αποκατάστασης (1864-1866). Το κάτω μέρος της Νίκης τοποθετήθηκε σε ένα μικρό βάθρο και στερεώθηκε πάνω του με μια μεταλλική ράβδο για να εκτεθεί στην περίφημη Salle des Caryatides, ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια της αποθηκεύθηκαν. Το 1879 αυστριακοί αρχαιολόγοι απέστειλαν στο Λούβρο τα κομμάτια της νηόμορφης βάσης τα οποία είχαν παραμείνει στον αρχαιολογικό χώρο.

 

To γλυπτό μεταφέρεται στο Λούβρο ξανά, το 1945

 

Στο πλαίσιο της δεύτερης (ουσιαστικά πρώτης παρεμβατικής) αποκατάστασης (1880-1883) συναρμολογήθηκαν το κομμάτια της βάσης, ενώ το δεξί στήθος και το αριστερό φτερό κολλήθηκαν στο σώμα της Νίκης. Το σύμπλεγμα τοποθετήθηκε το 1884 στη σκάλα Daru, όπου έμελλε και να παραμείνει. Στο πλαίσιο της τρίτης συντήρησης (1932-1934), τοποθετήθηκε λίγο πιο μπροστά στο κεφαλόσκαλο και ανυψώθηκε ακόμη περισσότερο χάρη σε ένα τσιμεντένιο βάθρο που τοποθετήθηκε από κάτω του.



Επίλογος

 

Γράφει ο Σεφέρης:

«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δε ξέρω πού να
τ΄ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολα να ξαναχωρίσει.
Κοιτώ τα μάτια΄ μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
Κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη΄
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα»

Τα μπράτσα είναι ασθενικά, αδύνατα, πέφτουν ξεριζωμένα απ' τους ώμους στην προσπάθεια να συγκρατήσουν αυτό το μαρμάρινο κεφάλι, ίσως το κεφάλι της Νίκης της Σαμοθράκης που ποτέ δεν εντοπίστηκε, ίσως το σύμβολο του κάθε θεσπέσια όμορφου που δημιούργησε η Ελλάδα, και που, ο Σεφέρης κι όλοι εμείς, οφείλουμε να οδηγήσουμε ακόμη πιο μακριά, να συνδράμουμε στη μεταλαμπάδευσή του, στην προστασία του, στην πλαισίωσή του με μία νέα ιδιοφυΐα, ίση προς την αρχαία ελληνική.

Στεκόμαστε ανήμποροι δίχως να γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε μ' αυτό τ' αβάσταχτο «μαρμάρινο κεφάλι», μ' αυτήν την αδίστακτα βαριά κι ογκώδη «πέτρα», από καμιά φορά, μάλιστα, απαρνιόμαστε το φως που τα γέννησε. Έτσι, γιατί το επιβάλλει η «ορθότητα» της εποχής, ο «νεωτερισμός», ο «εκσυγχρονισμός», η αποποίηση του «παρωχημένου», γιατί, απλώς, δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε πως μες σ' αυτές τις πέτρες στεγάζεται η ύλη που μας γέννησε και βασιλεύουν οι ρίζες μας, αρνούμενοι το αναμφίλεκτο συμπέρασμα ότι αυτές οι πέτρες, εκτός από το παρελθόν μας, είναι και το μέλλον μας.

Οι αρχαίοι Έλληνες εμπότισαν αυτήν την ύλη με πνεύμα, της ενστάλλαξαν φως, εμφύσησαν στο μάρμαρο ζωή. Η ζωή θάλλει, ανθίζει υπό την προστασία των μαρμάρων, δεν απομαραίνεται, δεν φυλλορροεί.

Στο νησί της Φολέγανδρου ανεγείρουν τα λεγόμενα δεντρόσπιτα. Πέτρινα οικοδομήματα που στο μέσον τους φυτεύεται ένα δέντρο. Οι πέτρες, κατ' αυτόν τον τρόπο, τ' αγκαλιάζουν, προστατεύοντάς το απ' τους ανέμους, ενώ το πάνω μέρος παραμένει ξέσκεπο ούτως ώστε το δέντρο να λούζεται ευεργετικά απ' τον ήλιο. Η Φολέγανδρος είν' η Ελλάδα, οι πέτρες η Ιστορία της, η ζωή εμείς.

Ας διασώσουμε την Ιστορία. Για να διασωθούμε εμείς. «Ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολα να ξαναχωρίσει», με «τούτες τις πέτρες».

 

 

Βιβλιογραφία

 

Βικιπαίδεια

Μουσείο του Λούβρου

«Ανακαλύπτουμε και πάλι τη... Νίκη της Σαμοθράκης», εφημ. Βήμα

«Ὁ Γιῶργος Σεφέρης καὶ ὁ Ἑλληνισμός», Οκτάβ Μερλιέ

«H Μετά- φυσική της πέτρας», B. Σταυρόπουλος, Αντίφωνο

 

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ