Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2019
x

ΚΑΡΑΝΙΚΑΣ: Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΚΟΜΒΟΣ

Συνέντευξη του προέδρου της ΕΣΕΕ με την ευκαιρία του Thessaloniki Summit του ΣΒΕ. Τι λέει για τις πρώτες μέρες της νέας οικονομικής πολιτικής.

Την ανάγκη να ισχυροποιηθεί η Θεσσαλονίκη ως επιχειρηματικός κόμβος των Βαλκανίων, ώστε να ενισχυθεί η εξωστρέφεια όλων των ελληνικών επιχειρήσεων και να διεισδύσουν περαιτέρω στις αγορές των γειτονικών χωρών και της Ευρώπης, επισημαίνει σε συνέντευξή του στη Voria.gr ο πρόεδρος της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), Γιώργος Καρανίκας.

Ο κ. Καρανίκας σχολιάζει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, ενώ αναλύει και τα αιτήματα του κλάδου προς την κυβέρνηση, στην οποία βάζει θετικό βαθμό, τουλάχιστον αυτό το πρώτο διάστημα διακυβέρνησης. Θέτει ως σημαντικό ζήτημα το τέλος επιτηδεύματος, το οποίο χαρακτηρίζει ως μέτρο «παράλογο», ενώ υπογραμμίζει πως αν δεν υπάρξουν ελαφρύνσεις στα νοικοκυριά και δεν αυξηθεί η κατανάλωση, οι επιχειρήσεις δεν πρόκειται να ορθοποδήσουν.

Κύριε Καρανίκα, επισκέπτεσθε συχνά τη Θεσσαλονίκη για την προώθηση θεμάτων που αφορούν το εμπόριο και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Αυτές τις ημέρες συμμετέχετε στο Thessaloniki Summit, ένα σημαντικό γεγονός για ολόκληρα τα Βαλκάνια, όπου οι κυριότεροι παράγοντες της πολιτικής, της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, αναμεσά τους και τρεις πρωθυπουργοί, συζητούν για τα μείζονα θέματα που απασχολούν την περιοχή. Τι κομίζει η ΕΣΕΕ σε αυτό το διάλογο;

Η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας αναβαθμίζει και επικαιροποιεί συνεχώς τη δημόσια παρουσία και παρέμβασή της. Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω στην πρόσφατη συνάντησή μου με τον Υφυπουργό Εσωτερικών Μακεδονίας Θράκης κ. Καράογλου, η Θεσσαλονίκη και ολόκληρη η Βόρεια Ελλάδα είναι στο επίκεντρο των δράσεων μας καθώς είναι σημαντικές οι προοπτικές αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εδώ οι επιχειρήσεις. Το κυριότερο μέλημά μας είναι να συμβάλλουμε στην ισχυροποίηση της Θεσσαλονίκης ως επιχειρηματικό κόμβο όλων των Βαλκανίων, με τρόπο που θα ενισχύσει την εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων και την διείσδυσή τους στις αγορές των γειτονικών χωρών και όλης της Ευρώπης. Στην κατεύθυνση αυτή, αποδεχθήκαμε την τιμητική πρόσκληση για συμμετοχή στο Thessaloniki Summit, το οποίο προάγει κατά τον καλύτερο τρόπο τη δυναμική της Θεσσαλονίκης και της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Στόχος μας είναι να αναδείξουμε τον πολυσύνθετο και κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν σήμερα οι εργοδοτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις, αλλά και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στην επίτευξη των στόχων τους. Μαζί μας θα συζητήσουν οι εκπρόσωποι κορυφαίων εργοδοτικών οργανώσεων από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής. Είναι σίγουρο ότι η «φωνή» της ΕΣΕΕ δυναμώνει μέσα από τέτοιες εκδηλώσεις.

Πριν από λίγες ημέρες δόθηκε σε δημόσια διαβούλευση το φορολογικό νομοσχέδιο. Σας ικανοποιούν οι φοροελαφρύνσεις που προβλέπονται για τις επιχειρήσεις;

Είναι ένα νομοσχέδιο που δεν περιέχει εκπλήξεις σε σχέση με όσα είχαν προαναγγελθεί από τον πρωθυπουργό και το οικονομικό επιτελείο. Σίγουρα η κυβέρνηση δείχνει συνέπεια στην εφαρμογή του σχεδίου της να ελαφρύνει την επιχειρηματικότητα από τους υπέρογκους φόρους, και η αγορά παίρνει ανάσες με κάθε θετικό μέτρο. Είναι σαφές πως οι επιχειρήσεις διψούν για ταχύτερα και πιο τολμηρά μέτρα, δεν παραβλέπουμε όμως και τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που υφίστανται. Θα λέγαμε πως τώρα βλέπουμε το «ορεκτικό», αλλά περιμένουμε το «κυρίως πιάτο» των φοροελαφρύνσεων για να αξιολογήσουμε ολόκληρο το «μενού». Δεν πρέπει όμως να χαθεί πολύτιμος χρόνος, γιατί οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις χρειάζονται «καύσιμα» να καλύψουν το χαμένο έδαφος των Μνημονίων.

Ποια επιπλέον μέτρα ανακούφισης των ΜμΕ θα θέλατε να δείτε σε αυτό το φορολογικό νομοσχέδιο;

Θα χρειαζόμασταν μία συνέντευξη αποκλειστικά για το φορολογικό, αν έπρεπε να σας παραθέσω αναλυτικά όλα τα άδικα, αντικοινωνικά και αντιαναπτυξιακά μέτρα που επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια, εκ των οποίων τα περισσότερα «ζουν και βασιλεύουν». Σας αναφέρω το χαρακτηριστικότερο: Τέλος επιτηδεύματος. Θα εξακολουθήσει και μετά τη ψήφιση αυτού του σχεδίου νόμου να απομυζά με ένα οριζόντιο, εντελώς παράλογο τρόπο, τις εισπράξεις των επιχειρήσεων. Δεν θα σταματήσουμε να επιχειρηματολογούμε υπέρ της άμεσης κατάργησης του. Όπως και θα συνεχίσουμε να πιέζουμε για την επαναφορά του αφορολόγητου και στους ελεύθερους επαγγελματίες, για προφανείς λόγους ισότητας. Κατά τα λοιπά, πριν λίγες εβδομάδες στείλαμε υπόμνημα στον Υπουργό Οικονομικών κ. Σταϊκούρα, με προτάσεις μέτρων «φορο – λογικής μεταρρύθμισης», που δεν έχουν, ή έχουν ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος. Μεταξύ αυτών, η επαναφορά του αφορολόγητου αποθεματικού για επαναεπενδυόμενα κεφάλαια, η μεταβίβαση χωρίς φορολογική επιβάρυνση οικογενειακής επιχείρησης σε συγγενή ά βαθμού λόγω συνταξιοδότησης ή για λόγους υγείας και η εφαρμογή του ήδη προβλεπόμενου επιχειρηματικού λογαριασμού με προστασία και έναντι των καταθέσεων.

Επίκεινται όμως και αλλαγές στο ύψος των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, με την επαναφορά ενός συστήματος που θα θυμίζει τις παλαιότερες ασφαλιστικές κλάσεις. Ποιοι θα είναι οι «κερδισμένοι» και ποιοι οι «χαμένοι» από το νέο σύστημα;

Δεν μπορούμε να σχολιάσουμε τις λεπτομέρειες ενός τόσο σημαντικού ζητήματος στη βάση μόνο πληροφοριών που γνωρίζουμε από δημοσιεύματα, όσο έγκυρα και να είναι αυτά. Αυτό που μπορούμε να πούμε είναι πως σε κάθε τέτοια ασφαλιστική μεταρρύθμιση το ύψος της καθοριζόμενης εισφοράς αξιολογείται, πρώτον σε σχέση με την πραγματική δυνατότητα καταβολής της από τον ελεύθερο επαγγελματία και, δεύτερον, σε σχέση με την ανταποδοτικότητά της, δηλαδή το ύψος της σύνταξης που θα πάρει στο τέλος του ασφαλιστικού του βίου. Επιμέρους πτυχές, όπως η ευελιξία επιλογής ασφαλιστικής κατηγορίας, άρα και σύνταξης, είναι εξίσου σημαντικές. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να προστατευθούν οι επιτηδευματίες με χαμηλά εισοδήματα, γι αυτό και η κατώτατη ασφαλιστική κατηγορία θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερη. Η ΕΣΕΕ θα κρίνει τις αλλαγές όταν γνωστοποιηθούν στο σύνολό τους, με επιστημονική τεκμηρίωση και γνώμονα το συμφέρον της οικονομίας, του δημόσιου συνταξιοδοτικού συστήματος και του μικρομεσαίου έμπορου και επιχειρηματία.

Θα λέγατε ότι οι κινήσεις της κυβέρνησης σε όλα αυτά τα πεδία έχουν θετικό αντίκτυπο στην αγορά; Υπάρχει αύξηση στους τζίρους των επιχειρήσεων και δη των εμπορικών;

Ως γνωστόν η αγορά χρειάζεται θετική ψυχολογία. Σε αυτό τον τομέα η κυβέρνηση τα καταφέρνει έως σήμερα πολύ καλά, με την έννοια πως υπάρχει και στις επιχειρήσεις και στους καταναλωτές η ρεαλιστική προσμονή για καλύτερες μέρες. Για να γίνει πράξη όμως αυτό θα πρέπει να αποδώσουν σύντομα τα μέτρα ελάφρυνσης των νοικοκυριών, να αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημά τους και έτσι να δούμε αξιοσημείωτη άνοδο στην εγχώρια κατανάλωση. Προς το παρόν παρατηρείται μία μικρή άνοδος στα έσοδα, κυρίως όμως στις περιοχές που αποτελούν τουριστικούς προορισμούς. Ακόμη όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις το εμπόριο δεν καρπώνεται σημαντικά οφέλη από την άνοδο του τουρισμού τα τελευταία χρόνια. Το κράτος οφείλει να οργανώσει καλύτερα τη διάχυση των τουριστικών ροών στις τοπικές εμπορικές αγορές. Είναι και αυτό ένα ζήτημα που μας απασχολεί ιδιαίτερα. Εμπόριο και τουρισμός θα έπρεπε να είναι «συγκοινωνούντα δοχεία», αλλά η σύνδεση μεταξύ τους είναι αδύναμη και αυτό ζημιώνει και τους δύο κλάδους, καθώς και την αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας στο σύνολό της.

Πώς σχολιάζετε τις εξελίξεις στο θέμα των τραπεζικών προμηθειών και χρεώσεων μετά τη συνάντηση των εκπροσώπων των τραπεζών με τον πρωθυπουργό; Οι τράπεζες ανέστειλαν ορισμένες από τις χρεώσεις που είχαν προαναγγείλει, ενώ είχαμε και αιφνιδιαστικούς ελέγχους στα γραφεία τους από την Επιτροπή Ανταγωνισμού...

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρειάζονται τις τράπεζες και οι τράπεζες χρειάζονται τις ΜμΕ. Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη τη συνεργασία τους με όρους εμπιστοσύνης για να περάσει σε φάση δυναμικής και διαρκούς ανάπτυξης. Ήρθε λοιπόν η ώρα να αποδείξουν τα πιστωτικά ιδρύματα έμπρακτα και με απόλυτη ειλικρίνεια ότι ανταποδίδουν στην ελληνική κοινωνία, στα νοικοκυριά, στους πολίτες και τις επιχειρήσεις την επώδυνη στήριξη που τους παρείχαν με τις ανακεφαλαιοποιήσεις τον καιρό των μνημονίων. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται η προτροπή του πρωθυπουργού για να διαγράφονται παράλογες και αντιαναπτυξιακές τραπεζικές χρεώσεις. Ακόμη όμως κι έτσι, η αγορά το δέχεται ως ένα πρώτο βήμα εκλογίκευσης της πολιτικής των τραπεζών. Είναι ανάγκη να γίνουν κι άλλα, πολλά βήματα, για να καλυφθεί η απόσταση ανάμεσα στο ύψος των τραπεζικών προμηθειών και χρεώσεων που επιβάλλονται στη χώρα μας σε σύγκριση με το τι συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Δύο μόνο κινήσεις εκ μέρους των τραπεζών θα έδειχναν πραγματική στροφή στην πολιτική τους: Πρώτον, ισότιμη μεταχείριση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που σήμερα καταβάλλουν ως και διπλάσιες προμήθειες για τα pos από τους πολύ μεγάλους ανταγωνιστές τους και δεύτερον, μείωση στο κόστος των εμβασμάτων, τόσο από τράπεζα σε τράπεζα στο εσωτερικό, όσο και των εξερχομένων σε πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού. Θα έπρεπε, ως χώρα, αντί να «τσακωνόμαστε» για τις χρεώσεις, να συζητάμε νέα, σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η κανονικότητα στην πραγματική οικονομία δεν μπορεί να επανέλθει αν οι τράπεζες δεν επανέλθουν στο φυσικό τους ρόλο, που είναι η χρηματοδότηση με ίσους όρους της υγιούς επιχειρηματικότητας.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ