Σάββατο 20 Ιουλίου 2019
x

ΠΩΣ ΘΑ ΠΟΡΕΥΘΕΙ ΧΩΡΙΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ Η ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Η ρύθμιση για τα δύο ενδιάμεσα εκπτωτικά δεκαήμερα, τον Νοέμβριο και τον Μάιο, επί έξι χρόνια που εφαρμόζεται δεν απέφερε αποτελέσματα.

Οι εαρινές εκπτώσεις του πρώτου δεκαημέρου του Μαΐου –πρακτικά ξεκινούν στις 2 του μηνός, αφού η Πρωτομαγιά είναι καθολική αργία και ολοκληρώνονται στις 11, αφού 10 Μαΐου πέφτει Παρασκευή και κανείς δεν θα αλλάξει τιμές και βιτρίνα για το Σάββατο- είναι η τελευταία ενδιάμεση εκπτωτική περίοδος. Η ρύθμιση για τα δύο ενδιάμεσα εκπτωτικά δεκαήμερα, τον Νοέμβριο και τον Μάιο, επί έξι χρόνια που εφαρμόζεται δεν απέφερε αποτελέσματα και οι εκπρόσωποι του εμπορικού κόσμου συμφώνησαν με τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου να καταργηθούν. Άλλωστε ούτε οι καταναλωτές δίνουν ιδιαίτερη σημασία, αν και πάντα η λέξη «εκπτώσεις» συγκινεί.

Πολύ περισσότερο αδιάφοροι ήταν οι έμποροι, καθώς δεν βλέπουν αύξηση της κίνησης. Ίσως το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο των ενδιάμεσων εκπτώσεων ήταν η ρύθμιση για άνοιγμα της αγοράς την πρώτη Κυριακή του δεκαημέρου, αλλά αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να διατηρηθεί, μαζί με κάποιες περιόδους προσφορών που θα καθοριστούν επίσημα. Έτσι κι αλλιώς τα τελευταία χρόνια της κρίσης, της ύφεσης, της υποχώρησης της κατανάλωσης και των χιλιάδων λουκέτων σε εμπορικά καταστήματα οι ρυθμίσεις των κανόνων για το λιανεμπόριο είναι τόσες πολλές, που είναι ζήτημα εάν τα ίδια πράγματα ισχύουν για ένα, δύο ή τρία χρόνια. Όπως λέει ο απλός λαός «ενός κακού μύρια έπονται». Κι επειδή η φτώχεια φέρνει γκρίνια το εγχώριο εμπόριο δεν ξέρει ούτε τι του φταίει, ούτε γιατί του φταίει, ούτε πως θα διορθώσει τα κακώς κείμενα.  

Η αγορά της Θεσσαλονίκης είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με ένα στα τέσσερα καταστήματα να έχουν βάλει λουκέτο και τα περισσότερα να παραμένουν ξενοίκιαστα επί χρόνια, αλλά και με τις διαρκείς μετακομίσεις σε κεντρικότερα σημεία επιχειρήσεων που παλαιότερα ούτε θα τολμούσαν να σκεφτούν ότι θα καταλάβουν τέτοιες θέσεις στην πιάτσα, η ταυτότητα του τοπικού εμπορίου έχει αλλάξει. Στην Τσιμισκή, τον πιο εμπορικό δρόμο της πόλης, το 80% του τζίρου –ίσως και παραπάνω- ελέγχουν οι πολυεθνικές και τα πολυκαταστήματα. Το ίδιο φαινόμενο, αλλά σε μικρότερη έκταση, ισχύει και για τους άλλους δυνατούς από εμπορική άποψη δρόμους του κέντρου της Θεσσαλονίκης, όπως είναι η Μητροπόλεως, η Αριστοτέλους και η Αγίας Σοφίας. Αυτό οδήγησε τις τοπικές επιχειρήσεις διαρκών καταναλωτικών αγαθών να λειτουργούν στην… περιφέρεια του κέντρου, που κι αυτή κέντρο είναι, αλλά δεν αποδίδει όσο η «καρδιά» της περιοχής. Επίσης, το εμπορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης πλήττεται από τη λειτουργία στα ανατολικά και στα δυτικά οργανωμένων εμπορικών συστημάτων, όπου η πρόσβαση είναι ευχερέστερη. Άλλωστε την αδυναμία των αστικών συγκοινωνιών της πόλης «πληρώνει» πρώτο και καλύτερο το εμπόριο, αφού ο χρυσός κανόνας επιμένει ότι όσο πιο ξένοιαστος και λιγότερο ταλαιπωρημένος είναι ο καταναλωτής, τόσο καλύτερη είναι η διάθεσή του τόσο πιο εύκολα ψωνίζει το κάτι παραπάνω.

Εάν σε αυτή την εικόνα προσθέσει κανείς τον συντηρητισμό που διακρίνει τους εμπόρους της Θεσσαλονίκης –στα τόσα χρόνια της κρίσης ούτε μια «λευκή νύχτα» δεν αξιώθηκε η Τσιμισκή, η Εγνατία και τα πέριξ-, αλλά και την έλλειψη επιχειρηματικής ευελιξίας –ούτε λόγος για συνεργασίες, πολύ περισσότερο για συγχωνεύσεις και συνεταιρισμούς- καταλήγει στη σημερινή εικόνα. Τα πράγματα θα ήταν ακόμη χειρότερα εάν δεν υπήρχαν αφενός οι ξένοι τουρίστες, που όλο και κάποιο αντίτιμο καταβάλουν στα μαγαζιά, και οι υπόλοιποι βορειοελλαδίτες, οι οποίοι βοηθούντων των αυτοκινητόδρομων επιστρέφουν  στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Όπως τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν έφταναν στην πόλη για να ψωνίσουν, επειδή στα μέρη τους το εμπόριο ήταν υποβαθμισμένο έως ανύπαρκτο.   

Σε κάθε περίπτωση η αγορά του κέντρου της Θεσσαλονίκη ελάχιστα μπορεί να βασίζεται στην… εξωτερική βοήθεια, που καλή είναι αλλά δεν αρκεί. Η πραγματική στήριξη θα έρθει από το ένα και κάτι εκατομμύριο των κατοίκων του πολεοδομικού συγκροτήματος, που σχεδόν στο σύνολό τους «φλερτάρουν» με το κέντρο της πόλης σε κάθε ευκαιρία. Η ενδεχόμενη βελτίωση των οικονομικών της χώρας τα επόμενα χρόνια και η θεαματική αλλαγή προς το καλύτερο στην προσβασιμότητα και στη λειτουργικότητα του κέντρου της Θεσσαλονίκης, με την έναρξη των δρομολογίων του μετρό, πιθανόν θα ξανακάνει γοητευτική μια περιοχή την οποία σήμερα πολλοί Θεσσαλονικείς αποφεύγουν όσο μπορούν λόγω ταλαιπωρίας. Μέχρι τότε τα εμπορικά θα πρέπει να συμβιβαστούν με την υφιστάμενη κατάσταση, χωρίς –όμως- τις ενδιάμεσες εκπτώσεις, αλλά ίσως με δύο ή τρεις περιόδους προσφορών.

ΥΓ. Στην Ελλάδα υπάρχουν δύο κανονικές περίοδοι εκπτώσεων, τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο και τον Ιούλιο – Αύγουστο, από επτά εβδομάδες η κάθε μία. Συνολικά 14 εβδομάδες επί συνόλου 52 που έχει ο χρόνος. Ποσοστό περίπου 30%. Μάλλον πρόκειται για παγκόσμιο ρεκόρ…




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ