Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019
x

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ: Η ΚΛΟΠΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ «ΑΞΕΣΤΟ» ΛΟΡΔΟ

Το α' μέρος του αφιερώματος της Voria.gr στα Γλυπτά του Παρθενώνα: Ο βέβηλος Έλγιν, το καταδικαστικό φιρμάνι, το καταραμένο ταξίδι και οι πρώτες φωνές

«Ελπίζω να δω τα Μάρμαρα πίσω στην Αθήνα, προτού πεθάνω. Εάν, όμως, έρθουν αργότερα, εγώ θα ξαναγεννηθώ…», είχε εμφατικά δηλώσει η εκρηκτική, ατόφια Ελληνίδα, Μελίνα Μερκούρη, πρωτοστάτισσα της εκστρατείας για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα στο «σπίτι» τους, την Ακρόπολη. Μια εκστρατεία που ξεκίνησε το 1982, όταν η τότε υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών προέβαλε το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης για τον επαναπατρισμό των Γλυπτών σε Γενική Διάσκεψη της Unesco.

Στην πολυθρύλητη ομιλία της στο Oxford Union το 1986, ιστορικό σημείο αναφοράς στη «μάχη» για την επιστροφή των Μαρμάρων, η παθιασμένη Μ. Μερκούρη θα έλεγε: «Δεν υπάρχουν Ελγίνεια Μάρμαρα! Υπάρχουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Όπως υπάρχει ο Δαυίδ του Michael Angelo, ο Μυστικός Δείπνος του Da Vinci, ο Ερμής του Πραξιτέλη[…] Ένας από τους διακεκριμένους καθηγητές σας με συμβούλεψε να εξιστορήσω το πώς πάρθηκαν τα μάρμαρα από την Αθήνα και έφθασαν στις Βρετανικές ακτές. Ισχυρίστηκα ότι αυτό είναι αρκετά γνωστό, αλλά μου είπε ότι ακόμη κι αν υπάρχει έστω κι ένα άτομο που δεν έχει σαφή εικόνα για τα γεγονότα πίσω από την ιστορία των Μαρμάρων του Παρθενώνα, τότε η ιστορία πρέπει να ειπωθεί ξανά και ξανά».

Η Voria.gr, «εξαργυρώνοντας» την επιταγή της Μελίνας, σας παρουσιάζει την ιστορία της κλοπής των Μαρμάρων στο πλαίσιο του εκτενούς αφιερώματός στις ελληνικές αρχαιότητες που διηρπάχθησαν στο εξωτερικό με αφορμή την έλευση των «Μαγεμένων» στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από την αξιέπαινη και υποδειγματική πρωτοβουλία της ΔΕΘ – Helexpo και τη σημαντικότατη υποστήριξη της ΕΥΑΘ, του ΟΛΘ, του ΕΒΕΘ και του ΕΕΘ.

Η ιστορία

Τα Γλυπτά του Παρθενώνα δεν είναι αυθύπαρκτα έργα τέχνης, πρόκειται, δηλαδή, για αναπόσπαστο κομμάτι του μνημείου της πρωτεύουσας. Δημιουργήθηκαν ως αρχιτεκτονικά και συμβολικά μέρη του ναού της Αθηνάς, που χτίστηκε τον 5ο αι. π.Χ., στην ακμή της δόξας του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Η σύλληψη της αρχικής ιδέας, υλοποιούμενη με την κατασκευή του κτίσματος, μετουσιώνεται στην ισορροπία διαμέσου της συμμετρίας και μορφοποιείται με το τρίγωνο που σχηματίζουν οι μετόπες, η ζωφόρος και τα αετώματα. Το μνημείο γίνεται πλήρως κατανοητό μόνο με τα Γλυπτά του και τα Γλυπτά αυτά αποκτούν την πραγματική τους εννοιολογική υπόσταση μόνο πλησίον του ναού, στο φυσικό και ιστορικό τους περιβάλλον.

 

Τα Γλυπτά αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι του Παρθενώνα...

 

Ο Παρθενώνας στέκεται ως κορυφαίο μνημείο εδώ και 2.500 χρόνια και θεωρείται ύψιστο σύμβολο της ελευθερίας της σκέψης, της δημοκρατίας της σκέψης, της φιλοσοφίας, της αρμονίας και της ανωτερότητας. Αποτελεί το αξεπέραστο μνημείο του Δυτικού πολιτισμού. Η ΟΥΝΕΣΚΟ επέλεξε τον Παρθενώνα ως έμβλημά της και συμπεριέλαβε τον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης στον κατάλογο με τα μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.


Ποια κομμάτια διασώζονται και πού

 

Από τους 97 σωζόμενους λίθους από τη ζωφόρο του Παρθενώνα, οι 56 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 40 στην Αθήνα. Από τις 64 σωζόμενες μετόπες, οι 48 βρίσκονται στην Αθήνα και οι 15 στο Λονδίνο. Από τις 28 σωζόμενες μορφές των αετωμάτων, οι 19 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 9 στην Αθήνα. Η ζωφόρος του Παρθενώνα θεωρείται ότι απεικονίζει την Πομπή των Παναθηναίων.

Οι μετόπες εικονίζουν: στην ανατολική πλευρά τη Γιγαντομαχία, στην δυτική πλευρά την Αμαζονομαχία, στην βόρεια τον Τρωικό Πόλεμο και στην νότια πλευρά τη μάχη μεταξύ Κενταύρων και Λαπίθων. Στο ανατολικό αέτωμα αναπαριστάται η γέννηση της Αθηνάς, ενώ στο δυτικό αέτωμα η διαμάχη της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την κηδεμονία της Αθήνας.

Συνολικά, λοιπόν, από τους 97 σωζόμενους λίθους της Ζωφόρου του Παρθενώνα οι 56 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 41 στην Αθήνα. Ως εκ τούτου, αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 1/2 απ' ό,τι απομένει από τη γλυπτική διακόσμηση του Παρθενώνα που διασώθηκε: 75 μέτρα από τα αρχικά 160 μέτρα, 15 από τις 92 μετόπες, 17 τμηματικές φιγούρες από τα αετώματα, όπως επίσης και άλλα τμήματα της αρχιτεκτονικής.

 

Πάνω από το 60% της γλυπτικής διακόσμησης του Παρθενώνα εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο

 

Τα αποκτήματα του Έλγιν περιλαμβάνουν ακόμη αντικείμενα από άλλα κτήρια της αθηναϊκής Ακρόπολης: το Ερέχθειο, που μετεβλήθη σε ερείπιο κατά τον ελληνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-33), τα Προπύλαια και τον Ναό της Αθηνάς Νίκης. Ο λόρδος Έλγιν πήρε περίπου τα μισά από τα Γλυπτά του Παρθενώνα και από τα υπόλοιπα δημιουργήθηκαν εκμαγεία σε γύψο.

Ένας «άξεστος» Λόρδος

Ο κεντρικός, αρνητικός πρωταγωνιστής στην πολύπαθη ιστορία των Γλυπτών, ο «άξεστος των θαυμάτων», κατά τον Ελύτη, δεν είναι άλλος από τον Λόρδο Έλγιν. Επρόκειτο για Σκώτο στρατιωτικό, διπλωμάτη και συλλέκτη έργων τέχνης, περιώνυμο για τη συλλογή του με τα γλυπτά του Παρθενώνα, απ' όπου και η, δυσβάσταχτη για την ιστορική Ακρόπολη, ορολογία: «Ελγίνεια Μάρμαρα».

Ο Τόμας Μπρους, 7ος κόμης του Έλγκιν και 11ος κόμης του Κινκάρντιν (Thomas Bruce, 7th Earl of Elgin and 11th of Kincardine), όπως είναι το πλήρες όνομά του, γνωστός και ως Ελγίνος και λόρδος Έλγιν στη χώρα μας, γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1766 στο Μπλούμχολ της κομητείας Φάιφ της Σκωτίας. Ήταν ο δεύτερος γιος του Τσαρλς Μπρους, 5ου κόμη του Έλγκιν και της συζύγου του Μάρθας Γουάιτ.

Το 1785 κατετάγη στον βρετανικό στρατό με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού κι έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποστράτηγου. Από το 1790 και μετά ακολούθησε διπλωματική καριέρα, πρώτα ως πρεσβευτής στις Βρυξέλλες (1790) και ακολούθως στο Βερολίνο (1795), κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου του πολέμου κατά της Γαλλίας.

Στις 11 Μαρτίου 1799 νυμφεύθηκε την όμορφη Μέρι Νέσμπιτ, με την οποία θα αποκτήσει τέσσερα παιδιά. Λίγο αργότερα τοποθετήθηκε έκτακτος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, λόγω της εκστρατείας του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, με οδηγίες να ασχοληθεί αποκλειστικά με πολιτικά ζητήματα.

 

Ο Τόμας Μπρους, 7ος κόμης του Έλγκιν και 11ος κόμης του Κινκάρντιν



Το Μάιο του 1800 ο Έλγιν έστειλε στην Αθήνα τον γραμματέα της πρεσβείας Γουίλιαμ Χάμιλτον μαζί με έξι καλλιτέχνες και τεχνίτες από την Ιταλία για την καταγραφή των αρχαίων μνημείων της Αττικής και ιδιαίτερα του Παρθενώνα. Ο αρχικός σκοπός του ήταν να λάβει εκμαγεία από διάφορα μνημεία για να διακοσμήσει την έπαυλή του στη Σκωτία.

Όταν τα διεθνή πολιτικά γεγονότα οδήγησαν την Τουρκία σε συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετανία εναντίον της Γαλλίας, ο Έλγιν άδραξε την ευκαιρία για να ωφεληθεί προσωπικά και ν’ αποκτήσει μία τεράστια συλλογή από αρχαιότητες. Το 1801 κατόρθωσε να αποσπάσει επιστολή από τον καϊμακάμη (αναπληρωτής ή τοποτηρητής τόσο στη πολιτική όσο και στη στρατιωτική ιεραρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) Σεγούτ Αβδουλάχ, που εκείνη την περίοδο αντικαθιστούσε τον Μεγάλο Βεζύρη στην Κωνσταντινούπολη, με την οποία προέτρεπε τις οθωμανικές αρχές στην Αθήνα να επιτρέψουν στους ανθρώπους του να ενεργήσουν ανασκαφές γύρω από την Ακρόπολη, υπό τον όρο να μην προξενήσει ζημίες στα μνημεία.

Από το 1801 έως το 1804 τα συνεργεία του Έλγιν δρούσαν ανηλεώς στην Ακρόπολη, προκαλώντας σημαντικές ζημίες στα γλυπτά και το ίδιο το μνημείο, αποσπώντας και διαμελίζοντας ένα σημαντικό μέρος (περισσότερο από το ήμισυ) από το σωζόμενο γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα, μαζί με ορισμένα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως ένα κιονόκρανο κι έναν σπόνδυλο από κίονα. Οι αφαιρούμενες αρχαιότητες συσκευάζονταν σε κιβώτια και μεταφέρονταν δια θαλάσσης στην Αγγλία. Το 1802 φορτώθηκαν τα πρώτα 12 κιβώτια στο ιδιόκτητο ιστιοφόρο του Έλγιν, «Μέντωρ». Το πλοίο, όμως, βυθίστηκε στον Αβλέμονα των Κυθήρων και χρειάστηκαν δύο χρόνια για την ανέλκυσή τους.

Κατά την επιστροφή του στην Αγγλία το 1803, κρατήθηκε αιχμάλωτος στη Γαλλία, όταν παραβιάστηκε η συνθήκη της Αμιένης, και μόλις το 1806 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου ήδη είχε γίνει αντικείμενο κριτικής από διακεκριμένους συμπατριώτες του (Ντότγουελ, Ντάγκλας, Κλαρκ, Σμιθ, Χόμπχαουζ) για τη μεταφορά των ελληνικών γλυπτών στην Αγγλία. Άπαντες τον κατηγόρησαν ως κοινό κλέφτη και βάνδαλο, που με αθέμιτα μέσα (δωροδοκίες κλπ) λήστεψε σεβαστά μνημεία του πολιτισμού για ίδιον όφελος.

Το 1807 ο Έλγιν προκάλεσε νέο σκάνδαλο, όταν κατηγόρησε τη σύζυγό του για μοιχεία και την έσυρε στα δικαστήρια, απαιτώντας από τον εραστή της ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση. Το ζευγάρι χώρισε τον επόμενο χρόνο και ο Έλγιν ξαναπαντρεύτηκε το 1810 με την  Ελίζαμπεθ Τάουνσεντ, αποκτώντας επτά παιδιά. Ωστόσο, είχε χάσει την περιουσία του, εξαιτίας των τεράστιων ποσών που δαπάνησε για τα συνεργεία του, τη μεταφορά των γλυπτών και τις δωροδοκίες των Τούρκων αξιωματούχων, κι έτσι το 1816 αναγκάστηκε να πουλήσει μισοτιμής τη συλλογή του με τα «Μάρμαρα του Παρθενώνα» στο Βρετανικό Μουσείο, όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα. Από το 1790 έως το 1840 μετείχε στη Βουλή των Λόρδων ως αντιπρόσωπος της Σκωτίας, αλλά η παρουσία του στη δημόσια ζωή της Μεγάλης Βρετανίας ήταν μικρή.

Ο Τόμας Μπρους, 7ος κόμης του Έλγκιν και 11ος κόμης του Κινκάρντιν, πέθανε στις 14 Νοεμβρίου 1841, στο Παρίσι, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, προκειμένου να αποφύγει τους δανειστές του.

 

Το ιστορικό της αρπαγής

 


Η αρχή του 19ου αιώνα αποτέλεσε οδυνηρό ξεκίνημα για τα μνημεία της Ακρόπολης των Αθηνών, εξαιτίας της εκτεταμένης αρχαιοθηρίας, η οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του.

Χαρακτηριστική την περίοδο εκείνη ήταν η επιρροή που ασκούσε η αγγλική πολιτική στην τουρκική κυβέρνηση, λόγω της στρατιωτικής βοήθειας που οι Βρετανοί είχαν απλόχερα προσφέρει στους Τούρκους, στον πόλεμο εναντίον των Γάλλων στην Αίγυπτο. Ο Ναπολέων, παρότι αρχικώς είχε σκεφθεί μια απόπειρα εισβολής στην Αγγλία, αντ’ αυτού επέλεξε την Αίγυπτο, η οποία τελούσε υπό τουρκική κυριαρχία. Ως εκ τούτου, οι διπλωματικές σχέσεις Γαλλίας Τουρκίας διακόπτονται απότομα και η Αγγλία δράττεται της ευκαιρίας να σταθεί στο πλευρό των Τούρκων. Εκείνη την περίοδο διορίζεται πρεσβευτής στην Τουρκία, ο Τόμας Μπρους, ο 7ος λόρδος του Έλγιν.

Ο λόρδος του Έλγιν είχε εκφράσει θαυμασμό για την ελληνική τέχνη ήδη πριν τον διορισμό του στη θέση του Άγγλου Πρεσβευτή το 1799. Μόλις παντρεύτηκε τη Μέρι Νίσμπετ, της υποσχέθηκε ως δώρο γάμου ένα αρχοντικό σπίτι. Η εκτίμηση που ο ίδιος έτρεφε προς την ελληνική αρχιτεκτονική, η οποία αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού από ολόκληρη την τότε Βρετανία, καθώς και η επιθυμία του να θαμπώσει τα λοιπά μέλη της υψηλής βρετανικής κοινωνίας, συνέβαλαν στο να προσλάβει για την κατασκευή του σπιτιού τον αρχιτέκτονα Τόμας Χάρισον. Ο Χάρισον, έχοντας σπουδάσει ελληνική και ρωμαϊκή τεχνοτροπία, πρότεινε να σχεδιάσει το Broom Hall, όπως θα ονομαζόταν η έπαυλη, σε κλασσικό ελληνικό ύφος. Έτσι, προτείνει στον Έλγιν να δημιουργήσουν αντίγραφα από τα αριστουργήματα της ελληνικής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής που βρίσκονται στην Αθήνα.

Ο Έλγιν, εγκρίνοντας την ιδέα, συγκροτεί μια ομάδα αρχιτεκτονικού σχεδιασμού επικεφαλής της οποίας ορίζει τον ιταλό ζωγράφο Τζιοβάνι Μπατίστα Λουσιέρι. Λίγο αργότερα και αφού έχει αναλάβει τα νέα του καθήκοντα στην Κωνσταντινούπολη, στέλνει την ομάδα αυτή στην Αθήνα με σκοπό να σχεδιάσει τα μνημεία και να λάβει εκμαγεία για τη διακόσμηση της έπαυλής του στη Σκωτία.

Με δεδομένο ότι την περίοδο εκείνη είναι δύσκολο να πλησιάσει κανείς την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, χρειάστηκαν έξι μήνες για να επιτραπεί η είσοδος στην ομάδα του Έλγιν. Αποτελεσματικότερος τρόπος αποδείχτηκε η δωροδοκία του τότε στρατιωτικού κυβερνήτη ο οποίος χρηματιζόταν με πέντε λίρες για κάθε επίσκεψη. Βεβαίως, η πρακτική της δωροδοκίας δεν θα σταματήσει παρά μόνο με τον απόπλου και του τελευταίου πλοίου φορτωμένου με τα πολύτιμα μάρμαρα που σήμανε και την ολοκλήρωση της αποστολής. Η ομάδα στήνει τις σκαλωσιές, αλλά οι φήμες για στρατιωτική απόβαση των Γάλλων αναγκάζουν τον Τούρκο κυβερνήτη να άρει την άδεια εισόδου και να διατάξει την ομάδα να κατέβει από την Ακρόπολη.

Βέβαια, η απομάκρυνση μελών από τα μνημεία της Ακρόπολης δεν περνούσε ακόμα από το μυαλό κανενός, ούτε από του εφημέριου της πρεσβείας του Έλγιν, αιδεσιμότατο Χαντ,  ο οποίος είχε επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη από το πρώτο του ταξίδι στην Αθήνα, την άνοιξη του 1800, με λεπτομερή κατάλογο διαφόρων εργασιών που το συνεργείο του Έλγιν επιθυμούσε να διεκπεραιώσει στην Ακρόπολη. Απόδειξη αυτού αποτελούν οι επιστολές του Έλγιν στην Αθήνα, όταν πληροφορήθηκε την ανέλπιστη επιτυχία του Χαντ, ο οποίος κατόρθωσε, τον Αύγουστο του 1801, να αποξηλώσει και να καταβιβάσει τις πρώτες μετόπες από τον Παρθενώνα. Στις επιστολές αυτές είναι διάχυτη η έκπληξη, ο ενθουσιασμός και η ευφορία...

Για την άρση της απαγόρευσης εισόδου στην Ακρόπολη, ο Έλγιν αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την επιρροή που ασκούσε η ιδιότητά του στον Σουλτάνο. Έτσι, στις 6 Ιουλίου του 1801, ο Χαντ επανέρχεται στην Αθήνα, μαζί με την χαριστική, άτυπη επιστολή, το επονομαζόμενο Φιρμάνι του καϊμακάμη Πασά, Τούρκου αξιωματούχου που αντικαθιστούσε την εποχή εκείνη τον Μέγα Βεζίρη στην Κωνσταντινούπολη.

Το φιρμάνι παρείχε την άδεια στα μέλη του συνεργείου να στήνουν ικριώματα γύρω από τον «Ναό των Ειδώλων», όπως αποκαλούσαν τον Παρθενώνα, να κατασκευάζουν εκμαγεία, να καταμετρούν τα κτήρια και να κάνουν ανασκαφές για ανεύρεση επιγραφών. Ταυτοχρόνως, περιελάμβανε εντολή της Πύλης να μην ενοχληθούν τα μέλη του συνεργείου από τον Δισδάρη (ο φρούραρχος, ο στρατιωτικός, δηλαδή, διοικητής της Ακρόπολης και ένας από τους τρεις Τούρκους αξιωματούχους που εκπροσωπούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Αθήνα) ή από οποιονδήποτε άλλο, να μην αναμειχθεί κανείς με τα ικριώματα και τα εργαλεία ούτε να εμποδίσει τα μέλη να πάρουν «μερικά κομμάτια πέτρας με επιγραφές και γλυπτά» («qualque pezzi di pietra con inscrizioni e figure»).


Το Φιρμάνι ή Επίσημο Γράμμα του Καϊμακάμη Πασά


Το φιρμάνι ανέφερε:
«Προς τον Καδή ή Προϊστάμενο Δικαστή και
Προς τον Βοεβόδα ή Διοικητή της Αθήνας, 1801.

Σε ειδοποιούμε ότι ο ειλικρινής Φίλος η Εξοχότητα του Λόρδος Έλγιν Έκτατος Πρεσβευτής από την Αγγλική Αυλή στην Πύλη της Ευτυχίας, μας έχει βεβαιώσει ότι είναι γνωστό πως οι περισσότερες Φράγκικες [χριστιανικές] Αυλές επιθυμούν να διαβάσουν και να μελετήσουν τα βιβλία, γλυπτά και άλλα επιστημονικά έργα των Αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Και ότι ειδικότερα, οι υπουργοί, φιλόσοφοι, επίσκοποι και άλλοι σημαίνοντες Άγγλοι ενδιαφέρονται για τα γλυπτά που έχουν μείνει από την εποχή των προαναφερθέντων Ελλήνων και τα οποία βρίσκονται στις ακτές του Αρχιπελάγους και σε άλλες περιοχές. Και εξαιτίας αυτού του πράγματος έχουν στείλει από καιρού εις καιρόν ανθρώπους για να εξερευνήσουν και να εξετάσουν τα αρχαία κτίρια και γλυπτά. Και πως επειδή ορισμένοι φιλότεχνοι της Αγγλικής Αυλής θέλουν να δουν τα αρχαία κτίρια και τα περίεργα γλυπτά στην Πόλη των Αθηνών και τα παλαιά τείχη που σώζονται από τον καιρό των Ελλήνων, που βρίσκονται τώρα στο εσωτερικό μέρος του προαναφερθέντος τόπου.

Όθεν αυτός [δηλ. ο πρεσβευτής] έχει προσλάβει πέντε Άγγλους ζωγράφους που μένουν τώρα στην Αθήνα, για να παρατηρήσουν και να εξετάσουν και επίσης να αντιγράψουν τα γλυπτά που υπάρχουν εκεί από την αρχαιότητα. Κι ακόμη μας έχει ζητήσει, ειδικά για αυτή τη φορά, να γραφεί και να διαταχθεί ότι για όσον καιρό οι προαναφερθέντες ζωγράφοι θα μπαίνουν και θα βγαίνουν στο φρούριο αυτής της πόλης, που είναι ο τόπος της μελέτης, και θα τοποθετούν ικριώματα γύρω από τον αρχαίο Ναό των Ειδώλων που υπάρχει εκεί. Και θα κατασκευάζουν εκμαγεία των προαναφερθέντων κοσμημάτων και γλυπτών σε κονίαμα ή γύψο. Και θα καταμετρούν τα λείψανα των άλλων ερειπωμένων οικοδομημάτων που βρίσκονται εκεί. Και θα σκάβουν, όταν το κρίνουν απαραίτητο, τα θεμέλια για να ανακαλύψουν επιγραφές που μπορεί να έχουν καλυφθεί από σκουπίδια. Να μην υπάρξει καμία διακοπή ούτε εμπόδιο στην εργασία τους από τον Δισδάρη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Κανείς να μην αναμειχθεί με τα ικριώματα ή τα εργαλεία που μπορεί να χρειαστούν στις εργασίες τους. Και πως όταν θελήσουν να πάρουν μαζί τους θραύσματα πέτρας που φέρουν παλιές επιγραφές ή γλυπτά, να μην υπάρξει καμία αντίρρηση.

Σου γράψαμε λοιπόν αυτό το γράμμα και το στείλαμε με τον κύριο Φίλιπ Χαντ με τον σκοπό μόλις αντιληφθείς τη σημασία του, πως εκφράζει δηλαδή τη σαφή επιθυμία και υπόσχεση του Μεγαλειότατου Σουλτάνου, προικισμένου με όλες τις εξέχουσες ιδιότητες, να ευνοήσει αιτήσεις όπως η προαναφερθείσα, σύμφωνα με όσα συνοδεύουν τη φιλία, την τιμιότητα, τη συμμαχία και την καλή θέληση που υπάρχει από πολύ παλιά μεταξύ της Υψηλής και πάντοτε κραταιάς Οθωμανικής Αυλής και αυτής της Αγγλίας και που αυξάνει εμφανώς και από τις δύο Αυλές. Ειδικά, καθώς δεν υπάρχει κίνδυνος αν τα προαναφερθέντα γλυπτά και κτίρια παρατηρηθούν και σχεδιαστούν. Αφού λοιπόν εκπληρωθούν τα όσα επιβάλλει η φιλοξενία και γίνουν δεκτοί με το πρέποντα τρόπο οι προαναφερθέντες καλλιτέχνες σύμφωνα με την σημαντική αίτηση του προαναφερθέντος πρεσβευτή και επειδή είναι υποχρέωση για μας να εξασφαλίσουμε ότι δεν θα βρούν κανένα εμπόδιο περπατώντας, παρατηρώντας ή μελετώντας τα γλυπτά και τα κτίρια που θέλουν να σχεδιάσουν και να αντιγράψουν. Και σε οποιαδήποτε από τις εργασίες τους, ίδρυση ικριώματος ή χρησιμοποίηση διαφόρων εργαλείων. Η επιθυμία μας είναι μόλις φτάσει το γράμμα αυτό να χρησιμοποιήσεις όλη σου την επιμέλεια για να ενεργήσεις σύμφωνα με τις επιδιώξεις του πρεσβευτή για όσον καιρό οι προαναφερθέντες καλλιτέχνες που μένουν σε αυτό το μέρος θα μπαίνουν και θα βγαίνουν στο φρούριο των Αθηνών που είναι ο τόπος της μελέτης […] Να μην ενοχληθούν από τον προαναφερθέντα Δισδάρη ή από άλλα άτομα, ούτε από σένα στον οποίο απευθύνετε αυτό το γράμμα. Και κανένας να μην αναμειχθεί με τα ικριώματα ή τα εργαλεία τους ούτε να τους εμποδίσει να πάρουν μερικά κομμάτια πέτρας με επιγραφές και γλυπτά (qualque pezzi di pietra)».

(επίσημη μετάφραση του οθωμανικού Φιρμανίου στα ελληνικά, όπως αυτή έχει δημοσιευθεί στο Ενημερωτικό Δελτίο των Εταίρων της Αρχαιολογικής Εταιρείας)

Με πλούσια δώρα προς τις τοπικές τουρκικές αρχές των Αθηνών, ο Έλγιν πέτυχε να ερμηνεύσει το φιρμάνι όπως ήθελε. Η επίμεμπτη αυτή πολιτική είχε αποτέλεσμα να μείνουν τα μνημεία του Ιερού της Αθηνάς έρμαια στην ανυπολόγιστη βουλιμία του Άγγλου πρεσβευτή. Σε διάστημα 18 μηνών, δηλαδή ως το τέλος του 1802, το συνεργείο είχε εκτελέσει όσα ήθελε ο Έλγιν, όταν ξεκίνησε το απαίσιο έργο του.

Στην επιχείρηση αυτή, το χειρότερο και από την αρπαγή των αρχαίων ήταν η παντελής καταστροφή πολλών αγαλμάτων κατά την απόσπασή τους από τα μνημεία, καθώς και πολλών άλλων αρχιτεκτονικών πλαισίων, στην προσπάθεια των εργατών να αποσπάσουν τις πλάκες της ζωφόρου και τις μετόπες, με τις πρωτόγονες μεθόδους που χρησιμοποιούσαν. Είναι πολύ χαρακτηριστική η περιγραφή της καταστροφής, την οποία περιέλαβε ο περιηγητής δρ. Έντουαρτ Ντάνιελ Κλάρκ στο οδοιπορικό του, ως αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής της απογύμνωσης του Παρθενώνα, όπου γράφει: «Ο Δισδάρης βλέποντας την καταστροφή που είχε γίνει στο μνημείο, όταν κατέβασαν και την τελευταία μετόπη, έβγαλε την πίπα από το στόμα του, άφησε να κυλήσει ένα δάκρυ και με ικετευτικό τόνο στη φωνή είπε στα ελληνικά στον Λουζιέρι, "Τέλος"».

Οι εντολές αυτές δόθηκαν στους κυβερνήτες «χάριν των λαμπρών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες», «ιδιαίτερα αφού δεν βλάπτουν τα αναφερόμενα κτήρια επιθεωρώντας τα, μελετώντας τα και σχεδιάζοντάς τα».

Μέχρι σήμερα, όμως, παρά τις έρευνες ειδικών στα τουρκικά αρχεία, το φιρμάνι, όπως αυτό εκδόθηκε στα τουρκικά, δεν έχει βρεθεί. Το μόνο που υπάρχει είναι μια μετάφρασή του στα ιταλικά, από έναν διερμηνέα της Αγγλικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία βρέθηκε στο αρχείο του Χαντ.

 

Το χειρότερο και από την αρπαγή των αρχαίων ήταν η παντελής καταστροφή πολλών αγαλμάτων κατά την απόσπασή τους από τα μνημεία...



Αρχικώς, ο Χαντ ζήτησε την αφαίρεση μιας από τις καλύτερα διατηρημένες μετόπες του μνημείου, γεγονός που κατέστη εφικτό την 31η Ιουλίου του 1801, με τη βοήθεια ενός ξυλουργού και άλλων πέντε μελών του πληρώματος ενός βρετανικού πλοίου. Στην πορεία θέλησε να προχωρήσει στην αφαίρεση της δεύτερης μετόπης, κατόπιν τρίτης και ούτω καθ’ εξής. Στην τολμηρή, αυτή, κίνηση συναίνεσαν σιωπηρά και οι τουρκικές αρχές στην Αθήνα, μετά από χρηματισμούς, δωροδοκίες και εκβιασμούς. Το συνεργείο του Έλγιν από το σημείο αυτό ξεπέρασε κάθε όριο και, με πυρετώδεις ρυθμούς από το 1801 έως το 1804, όταν τελικά η δράση του Λουσιέρι έπαυσε στην Ακρόπολη, είχε συγκεντρώσει για τον Σκώτο Λόρδο μια τεράστια και μοναδική συλλογή από 56 λίθους της ζωφόρου από τον Παρθενώνα, 19 αετωματικές μορφές και 15 μετόπες μαζί με ορισμένα αρχιτεκτονικά μέλη από το μνημείο. Από το 1801 έως το 1804 τα συνεργεία του Έλγιν δρούσαν στην Ακρόπολη, προκαλώντας σημαντικές ζημίες στα γλυπτά και το ίδιο το μνημείο, αποσπώντας και διαμελίζοντας ένα σημαντικό μέρος από το σωζόμενο γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα.

Όπως συνάγεται από την αλληλογραφία του Λουσιέρι με τον Χαντ, οι άνδρες δικαιολογούσαν τις ενέργειές τους ισχυριζόμενοι πως υπήρχε και προηγούμενη υπόθεση αφαίρεσης γλυπτών από τον Σ. Φοβέλ, εκπροσώπου στην Αθήνα του κόμη Σ. Γκουφιέ, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη την εποχή άφιξης του Έλγιν. Οι φήμες, όμως, που ανέφεραν ότι ο Φοβέλ είχε προσπαθήσει να αφαιρέσει μια μετόπη από τον Παρθενώνα, αλλά κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος, το γλυπτό έπεσε στο έδαφος και θρυμματίστηκε, αποδείχτηκαν αναληθείς. Ουσιαστικά το μοναδικό προηγούμενο αφαίρεσης γλυπτών από το μνημείο είχε λάβει χώρα δύο αιώνες νωρίτερα , όταν ο Φρ. Μοροζίνι είχε ανεπιτυχώς προσπαθήσει να αποσπάσει τα άλογα από το κεντρικό τμήμα του δυτικού αετώματος.

 

Το ταξίδι χωρίς -ακόμη- επιστροφή



Μετά την αφαίρεση των γλυπτών από την Ακρόπολη, τα λάφυρα μεταφέρθηκαν στην οικία του Βρετανού πρόξενου, Σ. Λογοθέτη, μέσα σε ένα ξύλινο καροτσάκι, το οποίο είχε κατασχεθεί από τους Γάλλους. Εκεί συσκευάζονταν σε ξύλινα κιβώτια κι έπειτα μεταφέρονταν στο λιμάνι του Πειραιά, όπου ανέμεναν τη φόρτωσή τους σε πλοία για την Αγγλία.

Από τη στιγμή που ο Έλγιν έπρεπε να βασίζεται στο βρετανικό ναυτικό για τη μεταφορά των κιβωτίων, αναγκαζόταν να ρυθμίζει τις αποστολές των φορτίων της συλλογής του ανάλογα με το δρομολόγιο κάθε πλοίου. Ως εκ τούτου, συχνά τα κιβώτια αποβιβάζονταν σ' έναν σταθμό και μετά φορτώνονταν σε άλλο πλοίο προκειμένου να συνεχίσουν την πορεία τους. Από τις εν όλω 33 αποστολές που χρειάστηκαν για τη μεταφορά ολόκληρης της συλλογής του Έλγιν, οι δεκαεπτά ήταν μόνον για τις αρχαιότητες από την Ακρόπολη.

Κατά την πρώτη αποστολή, το προσωπικό πλοίο του Έλγιν, ο «Μέντωρ» ή «Μέντορας», ναυαγεί στα ανοιχτά των Κυθήρων. Τα γλυπτά του Παρθενώνα, με τα οποία ήταν φορτωμένο, βυθίστηκαν στον πυθμένα της θάλασσας και οι Έλληνες δύτες, με εντολή του Έλγιν, χρειάστηκαν δυο χρόνια για να τα ανασύρουν και να τα διασώσουν.

Όταν ο Έλγιν έφτασε στην Αγγλία, αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες. Η πρώτη σύζυγός του, η Μέρι Νίσμπετ για την οποία σκόπευε να κατασκευάσει την πολυτελή έπαυλη αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής, τον εγκατέλειψε για έναν ευγενή της συνοδείας της ονόματι Ρόμπερτ Φέργκιουσον.

Μόλις εγκαθίσταται στην Βρετανία, ο Έλγιν εκθέτει τα λάφυρά του σε πρόχειρες εκθέσεις που διοργανώνει στο Λονδίνο, οι οποίες δεν ανταποκρίνονταν ούτε κατ' ελάχιστον στις απαραίτητες μουσειολογικές προδιαγραφές. Τα γλυπτά στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, τα παραπήγματα γεμίζουν από επισκέπτες, ενώ ακόμη και αγώνες πυγμαχίας οργανώνονται στον πρώτο εκθεσιακό χώρο!

 

Μία από τις κατακρεουργημένες μετόπες του Παρθενώνα...



Όπως χαρακτηριστικά και «μελαγχολικά» αναφέρει ο Μπ. Χέιντον που επισκέφτηκε τα Μάρμαρα το 1807, «μπήκαμε σε ένα υγρό, βρώμικο χώρο, όπου κείτονταν τα μάρμαρα σε απόσταση τέτοια που όχι μόνο μπορούσαμε να τα δούμε αλλά και να τα πιάσουμε». Αργότερα, το 1815, ο ίδιος σημειώνει εκ νέου: «επέστρεψα σπίτι από τα Ελγίνεια Μάρμαρα μελαγχολικός. Σχεδόν εύχομαι να τα είχαν οι Γάλλοι. Δεν αξίζουμε τέτοια έργα τέχνης. Κείτονται εκεί, καλυμμένα από σκόνη και μούσκεμα από την υγρασία».

Εμφανώς απογοητευμένος από τις αποτυχημένες εκθέσεις του, ο Έλγιν στρέφεται στην εναλλακτική λύση και αποπειράται να πουλήσει τα μάρμαρα του Παρθενώνα στο βρετανικό κράτος. Η πρώτη απόπειρα στέφεται από αποτυχία. Βασικότερο αίτιο ήταν η απροθυμία του τότε πρωθυπουργού να εισηγηθεί στο Κοινοβούλιο ποσό μεγαλύτερο των 30.000 λιρών, τη στιγμή που ο Έλγιν ζητούσε περισσότερα από τα διπλά. Εκείνη την εποχή φημολογούνται διάφορα γύρω από την τρόπο με τον οποίο ο λόρδος απέκτησε τη συλλογή.

Με την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την πώληση της συλλογής του, ο Έλγιν συναντάται με τον πρόεδρο της Βουλής των Κοινοτήτων Τσαρλς Άμποτ. Στο ημερολόγιο του, ο Άμποτ σημειώνει για εκείνη την ημερομηνία : «Κατόπιν ήρθε ο λόρδος Έλγιν και είπε ότι αποφάσισε να πουλήσει τη συλλογή του, που περιλαμβάνει μαρμάρινα Γλυπτά, εκμαγεία, καλούπια και σχέδια, αντί ποσού ίσου με τις δαπάνες που υπέστη (σ.σ για να τα συγκεντρώσει), το ύψος του οποίου θα υπολογίσει επιτροπή της Βουλής των Κοινοτήτων. Αντιπαρήλθε όλες τις ερωτήσεις σχετικά με το ζήτημα της ιδιοκτησίας και του δικαιώματος επ' αυτών, θεωρώντας τα, όμως, εξ ολοκλήρου δικά του. Κάτι το οποίο δεν επιβεβαίωσε πρόσφατα ο κ. Αντέρ, τέως πρεσβευτής μας στην Πύλη, ο οποίος λέει ότι πληροφορήθηκε με κατηγορηματικό τρόπο από την τουρκική κυβέρνηση ότι αυτή αρνείται πλήρως πως έχει δώσει ποτέ εξουσιοδότηση στον λόρδο Έλγιν να απομακρύνει οποιοδήποτε τμήμα της συλλογής του και ότι εξακολουθεί να μην επιτρέπει την απομάκρυνση κάποιων αντικειμένων που έχουν μείνει πίσω».

Λόγω των οικονομικών δυσχερειών, ο λόρδος αναγκάζεται να μετακινήσει τα Μάρμαρα τέσσερις φορές, από έπαυλη σε έπαυλη μέσα στο Λονδίνο, ώσπου, εν τέλει, όντας απελπισμένος, δέχεται την πρόταση της βρετανικής κυβέρνησης για την εξαγορά τους αντί του ποσού των 35.000 λιρών.

Προτού ολοκληρωθεί η τελική συναλλαγή, είχε ανατεθεί σε ειδική Εξεταστική Επιτροπή η μελέτη των στοιχείων της υπόθεσης, τα πορίσματα της οποίας τέθηκαν υπόψη του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Κατά τη διάρκεια της Κοινοβουλευτικής συνεδρίας που έλαβε χώρα, ακούστηκαν πολλές φωνές που εξέφρασαν σκεπτικισμό και απορριπτικές τάσεις για τις ενέργειες του Έλγιν, ενώ διατυπώθηκαν και σκέψεις για επιστροφή των Μαρμάρων, για πρώτη φορά.

Παρά τις νομικές και γλωσσικές αντιφάσεις που περιέχονται στο φιρμάνι, αλλά και τα όσα ακούστηκαν για την κατάχρηση της εξουσίας από τον Έλγιν ως πρεσβευτή στην Πύλη, η αγορά των αρχαιοτήτων αποφασίστηκε με ψήφους 82 υπέρ και 30 κατά. Εν συνεχεία, η Βρετανική Κυβέρνηση μετέφερε τα Μάρμαρα στο Βρετανικό Μουσείο με δαπάνη του Σερ Τζόζεφ Ντουβίν.

Ισχυρές ενστάσεις, μάλιστα, διατρανώθηκαν και εκτός του Βρετανικού Κοινοβουλίου, με θερμότερο υποστηρικτή τους τον σπουδαίο φιλέλληνα Λόρδο Βύρωνα. Ο ίδιος θα στιγματίσει την ιεροσυλία του 'Ελγιν με ιστορικά λόγια. «Ακόμα και τα κύματα αρνήθηκαν να γίνουν συνένοχοι της ιεροσυλίας του», εννοώντας το ναυάγιο του πλοίου «Μέντωρ» του 'Ελγιν, που καταποντίστηκε κοντά στα Κύθηρα, ενώ έπλεε για το Λονδίνο φορτωμένο με τα Μάρμαρα.

Παράλληλα, ο ίδιος θα γράψει και το ποίημα «Η κατάρα της Αθηνάς» (The Curse of Minerva), όπου καταφέρεται εκτενώς κατά του «μαύρου» Έλγιν:

«(...) Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.

(...) Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει.

(...) Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει...».

Εκτός από τον Λόρδο Βύρωνα, την αντίθεσή τους για τη βέβηλη πράξη του Έλγιν είχαν εκφράσει τόσo ο φίλος και συνταξιδιώτης του Χομπχάουζ, όσο και οι περιηγητές Ντόντγουελ, Ντάγκλας και Κλαρκ. Αργότερα, μάλιστα, υποστηρίζοντας την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα, ύψωσε τη φωνή του και ο Κωνσταντίνος Καβάφης, που το 1890 δημοσίευσε άρθρο στην αγγλική γλώσσα σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, με αφορμή την αρνητική στάση του Νόουλς, διευθυντή έγκυρου βρετανικού περιοδικού.

Ήταν η απροσδόκητη απαρχή ενός κινήματος που δεκάδες χρόνια αργότερα θα έμελλε να γιγαντωθεί, εντός και εκτός Ελλάδας, για την αμετάκλητη επιστροφή των βιαίως ακρωτηριασμένων μελών από το κορμί της απαράμιλλης, πολιτιστικής μας κληρονομιάς...

 

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ