Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020
x

ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΥΖΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η συζήτηση που έγινε προχθές από παρέα επιχειρηματιών σε γνωστό στέκι της πόλης για δύο καυτές υποθέσεις της επικαιρότητας

Η έκφραση «η οικονομία είναι ψυχολογία» είναι σωστή σε γενικές γραμμές. Έχει διαφορετικές ερμηνείες, αναλόγως της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά οι περισσότεροι τη χρησιμοποιούν σε σχέση με την κατανάλωση. Με την κίνηση της αγοράς και των εμπορικών καταστημάτων. Έχει αποδειχθεί τόσο εμπορικά, όσο και με αριθμούς, ότι μπορεί το κυριότερο για ένα καταναλωτή είναι το πόσα χρήματα έχει στην τσέπη του, αλλά και η διάθεση παίζει το ρόλο της, για παράδειγμα στο να φορτώσει κάποιος την κάρτα του λίγο παραπάνω.

Μόνο που η κατανάλωση είναι η μία όψη του νομίσματος «ψυχολογία». Η άλλη, η λιγότερο ορατή, αλλά πολύ σημαντική για την οικονομία, είναι η ψυχολογία των μεγαλύτερων επιχειρηματιών, οι οποίοι λαμβάνουν τις επενδυτικές αποφάσεις. Σε αυτό το επίπεδο τα πράγματα είναι διαφορετικά, διότι αυτοί οι άνθρωποι συνήθως προσπαθούν να δουν την μεγάλη εικόνα και κατά κανόνα η άποψη τους δεν αλλάζει πολύ γρήγορα. Είναι αυτοί που κατάλαβαν τη βαρύτητα της επιλογής του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη δεκαετία του 1970 να υπογράψει η χώρα συμφωνία εισόδου στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Όπως και τις συνέπειες της επιλογής του Κώστα Σημίτη να ενταχθεί η Ελλάδα στην πρώτη ταχύτητα της Ευρώπης, δηλαδή στη ζώνη του ευρώ. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη η προετοιμασία της χώρας αποδείχθηκε πλημμελής και υπήρξαν σοβαρά προβλήματα, αλλά και οι δύο αποφάσεις λειτούργησαν ως σήματα για τα πιο δημιουργικά κομμάτια της ελληνικής επιχειρηματικότητας και οικονομίας.  

Με αυτό το δεδομένο έχει μεγάλο ενδιαφέρον η συζήτηση που έγινε προχθές το βράδυ από παρέα επιχειρηματιών σε γνωστό στέκι της Θεσσαλονίκης. Μια συζήτηση για τις προοπτικές της χώρας, με αφορμή δύο καυτές υποθέσεις που βρίσκονται στην επικαιρότητα: Η πρώτη αφορά τις αποκαλύψεις για την εμπλοκή της οικογένειας Καμμένου στο κυνήγι δημοσιογράφων. Η δεύτερη έχει να κάνει με τους διαλόγους Μιωνή – Παππά. Δύο υποθέσεις που, πέρα από τη σοβαρότητα της ουσίας τους, έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά:

Πρώτον, οι διάλογοι για «μαγαζιά», «outsourcing», «πολλά λεφτά που βγαίνουν», για την «τύπισσα», για τις «ξένες πρεσβείες» και τις «ξένες κυβερνήσεις», αλλά και το πρωτοφανές σύζυγος υπουργού να δίνει εντολές σε υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους, συνιστούν τις ψηφίδες μιας εικόνας που δείχνει ότι το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ανεξαρτήτως χρώματος και ιδεολογίας, δεν βρίσκεται μακριά από τις δεκαετίας του 1950 και του 1960.

Δεύτερον, ότι ακόμη και σήμερα τα νέα διαρρέουν δια ηχητικών καταγραφών. Για μία ακόμη φορά ο παραμορφωμένος ήχος μιας κασέτας δίνει τον τόνο στον δημόσιο διάλογο.

Τρίτον, ότι με αυτά που συμβαίνουν δε γίνεται να μην ασχοληθούν οι πολιτικοί, ούτε η δικαστική εξουσία, κάτι που σημαίνει ότι οι δύο αυτές υποθέσεις θα βρίσκεται επί μακρόν στην επικαιρότητα.

Όπως σχολίαζαν οι μετέχοντες της συντροφιάς Θεσσαλονικείς, όλα αυτά οδηγούν στην περαιτέρω απόκλιση κοινωνίας – πολιτικού προσωπικού και τελικά στην απόλυτη έλλειψη εμπιστοσύνης. Στο βάθος αποδεικνύουν μία χώρα που πρέπει να κάνει πολλά βήματα ακόμη στο θεσμικό πεδίο και ακόμη περισσότερα στη νοοτροπία για να θεωρείται ότι ανήκει «στην πρώτη ταχύτητα της Ευρωζώνης». Δύσκολα πράγματα, που επιβαρύνουν τη διάθεση για δουλειά. Μειώνουν την επιθυμία για ρίσκο. Ρίχνουν το ηθικό. «Πως να δουλέψεις σε τέτοιο περιβάλλον και κυρίως πως να σχεδιάσεις μακροπρόθεσμα με καθαρό μυαλό;» ήταν η καταληκτική ερώτηση. Μια ερώτηση ρητορική, καταδικασμένη να μη χαρεί κάποιαν απάντηση.

ΥΓ. Τέτοιοι προβληματισμοί δε χωρούν στις επιχειρηματικές συλλογικότητες, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά πουθενά στην Ελλάδα. Σε αυτό το επίπεδο στο τραπέζι φιλοξενούνται οι πρωθυπουργοί, οι υπουργοί και οι λοιπές θεσμικές (sic) εξουσίες, από τις οποίες οι μετέχοντες των επαφών όλο και κάτι προσδοκούν να ωφεληθούν. Ακόμη κι αν δεν ξέρουν από την αρχή ούτε τι ακριβώς θέλουν ούτε πώς ακριβώς θα το κάνουν.  

ΥΓ2. Εάν σε αυτό το μελαγχολικό πολιτικό –στην πραγματικότητα παραπολιτικό- σκηνικό, προσθέσει κανείς τη μόνιμη τους τελευταίους μήνες ένταση στα ελληνοτουρκικά και τις τεράστιες οικονομικές συνέπειες του κορωνοϊού, ο οποίος εμφανίστηκε στην Ελλάδα πριν ακόμη ξεπεραστεί μια επώδυνη δεκαετής οικονομική περιπέτεια, αντιλαμβάνεται τους λόγους για τους οποίου η σοβαρού μεγέθους και ανάλογης νοοτροπίας επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα συνιστά συχνά ηρωισμό.   

ΥΓ3. Στην Ελλάδα γίνονται ξένες επενδύσεις, πράγμα καλό και αναγκαίο για την οικονομία. Οι πιο… διαφημισμένες από αυτές είναι οι αποκρατικοποιήσεις, κυρίως βασικών υποδομών. Και αυτές καλώς γίνονται –στις περισσότερες των περιπτώσεων τουλάχιστον. Κατά κανόνα οι νέοι ιδιοκτήτες και επενδύσεις κάνουν και αξιοποιούν αυτές τις επιχειρήσεις πιο δημιουργικά. Μόνο που αυτό –δηλαδή οι ιδιωτικοποιήσεις- δεν φτάνουν. Χρειάζονται απαραιτήτως και οι άλλες επενδύσεις, αυτές που κάνει ο ιδιωτικός τομέας εκ του μηδενός ή για να ενισχύσει τη δική του υφιστάμενη παραγωγική βάση.    




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ