Τρίτη 7 Απριλίου 2020
x

Ο ΜΠΑΧ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΙΝΓΚΤΟΝ ΜΑΖΙ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

O Glenn Herbert Gould γεννήθηκε στον Καναδά στις 25 Σεπτεμβρίου 1932 και έφυγε από τη ζωή τον Οκτώβριο του 1982. Ήταν μόλις 50 ετών.

Αν υποθέσουμε ότι η Google είναι το μυαλό του πλανήτη –κατ’ αναλογίαν με την Κίνα που είναι το εργοστάσιο του πλανήτη- τότε η μελέτη που κάνει η εταιρεία επάνω στο έργο του πιανίστα Glenn Gould πρέπει κάτι να σημαίνει. Ο αμερικανικός κολοσσός τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης, που ενδιαφέρεται πολύ για τον τρόπο ζωής και την συμπεριφορά των ανθρώπων (πολιτική, καταναλωτική κ.λπ.), πιθανόν αξιολόγησε το γεγονός ότι ο ιδιόρρυθμος Καναδός είναι ταυτόχρονα ο πιο εμπορικός κλασικός πιανίστας όλων των εποχών, αλλά κι ένας άκρως επιδραστικός μουσικός στον 20ο αιώνα. Μια ιδιοφυία που κατάφερε χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην τέχνη και τη δημιουργία του να σπάσει το… τσόφλι του ελιτισμού και να εξελιχθεί σε λαϊκό καλλιτέχνη με την έννοια της δημοφιλίας, αλλά και σε πραγματικό σταρ με την έννοια της λάμψης και της αναζήτησης του από τα μέσα ενημέρωσης. Άλλωστε η Google δεν είναι ο πρώτος οργανισμός που ξεχωρίζει και επικεντρώνεται στο έργο του Gould. Δεν είναι τυχαίο ότι μια ηχογράφησή του από το «Καλοσυγκερασμένο Κλειδοκύμβαλο» του Μπαχ, συμπεριελήφθη από τη NASA στα αποσπάσματα μουσικής που ταξιδεύουν στο διάστημα, πάνω στο Βόγιατζερ, μαζί με άλλα τεκμήρια από τη ζωή στη Γη και τον ανθρώπινο πολιτισμό.    

Αυτοσχεδιασμοί στον Μπαχ

O Glenn Herbert Gould γεννήθηκε στον Καναδά στις 25 Σεπτεμβρίου 1932 και έφυγε από τη ζωή τον Οκτώβριο του 1982. Ήταν μόλις 50 ετών. Το σημαντικότερο πεδίο δράσης υπήρξε η ερμηνεία του στη μουσική του Μπαχ. Συνήθιζε να σιγοτραγουδά κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Ο ίδιος ισχυριζόταν πως το τραγούδι του ήταν ασυνείδητο και αυξανόταν ανάλογα με την αδυναμία του πιάνου να αποδώσει αυτό που εκείνος επεδίωκε. Ήταν, επίσης, γνωστός για τις ασυνήθιστες στάσεις του σώματός του όταν έπαιζε πιάνο, καθώς και για την επιμονή του στην ομοιομορφία. Στις συναυλίες επέλεγε να παίζει χρησιμοποιώντας πάντα μία πτυσσόμενη καρέκλα που είχε μετασκευάσει (κόβοντας τα πόδια) ο πατέρας του, ακόμα και όταν αυτή είχε φθαρεί υπερβολικά με την πάροδο του χρόνου. Το ιδιαίτερο ύφος που είχε υιοθετήσει στο παίξιμο, σε συνδυασμό με τις πρωτότυπες και ελεύθερες αποδόσεις των έργων, ή ακόμα και το ασυνήθιστο ρεπερτόριο που επέλεγε, τον κατέστησαν έναν μη συμβατικό μουσικό, η αξία του οποίου αναγνωρίστηκε ευρέως. Σχετικά με τις επικρίσεις που δεχόταν για αυθαιρεσίες και παρεκκλίσεις από την παρτιτούρα, ο ίδιος έλεγε ότι ακολουθεί το ένστικτό του. Όπως ακριβώς οι σπουδαίοι τζαζίστες. Έπαιζε στο πιάνο ιδιότροπα, διατηρώντας, ανάμεσα στ' άλλα, χαμηλή στάση στο όργανο και σχεδόν παράλληλη τοποθέτηση των χεριών στα πλήκτρα και πειραματιζόταν με μεταβολές στο κέντρο βάρους του σώματός του. 

Απέχθεια για το χειροκρότημα

Παρά την αποδοχή του από το κοινό ο Gould εγκατέλειψε πρόωρα τις ζωντανές εμφανίσεις. Από το 1964 και μετά επικεντρώθηκε στις ηχογραφήσει δίσκων, αλλά και στις παραγωγές ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών. Για τις συναυλίες οι απόψεις του φαντάζουν τρομακτικές για το σύγχρονο star system –εγχώριο και διεθνές- που αποθεώνει τις ζωντανές εμφανίσεις. Πιθανόν διότι δικαιώνουν το ρητό «το χρήμα πολλοί εμίσησαν, τη δόξα ουδείς». Πιθανόν διότι το ακυρώνουν αφού συνδυάζουν για τον καλλιτέχνη δόξα και χρήμα μαζί.

Σε συνέντευξή του τον Δεκέμβριο του 1962 ο Gould εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί με το χειροκρότημα: «Δύο είναι οι λόγοι. Κατ’ αρχήν πιστεύω πως όταν πηγαίνει κάποιος να ακούσει έναν καλλιτέχνη, αυτομάτως αφήνεται στα χέρια του για να του προσφέρει μια ικανοποιητική μουσική εμπιερία. Γι’ αυτό και ο ερμηνευτής θα πρέπει να έχει δικαίωμα να ορίζει το ακουστικό του περιβάλλον. Προσωπικά πιστεύω ότι το ηχητικό πλαίσιο κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας πρέπει να είναι αυτό της σιωπής. Δεύτερον, αρνούμαι να υποταχθώ στο θεσμό της οχλοκρατούμενης συναυλίας, όπου ο όχλος έχει αναλάβει ρόλο κριτή. Ορισμένοι καλλιτέχνες φαίνεται να εμπιστεύονται υπερβολικά την κάθιδρη στιγμιαία ανταπόκριση της μάζας. Πάντως, εάν τελικά επιτρέψουμε στους ακροατές να εκδηλώνονται, νομίζω ότι πρέπει να το κάνουμε πολύ λιγότερο πρωτόγονο τρόπο απ’ ότι σήμερα». Λίγους μήνες νωρίτερα, το Φεβρουάριο του 1962, είχε πει ότι το πλέον αποτελεσματικό μέτρο για τον πολιτισμό «θα ήταν η σταδιακή αλλά, εντέλει, ολική εξάλειψη των εκδηλώσεων των ακροατηρίων». Όπως εξηγούσε: «Θεωρώ ότι η τέχνη βρίσκει τη δικαίωσή της στη φλόγα που ανάβει στην καρδιά των ανθρώπων και όχι στις ρηχές, εξωτερικευμένες δημόσιες εκδηλώσεις της. Σκοπός της τέχνης δεν είναι η στιγμιαία έκκριση αδρεναλίνης, αλλά, αντίθετα, η σταδιακή και δια βίου δημιουργία μιας κατάστασης αναζήτησης και γαλήνης. Με τη βοήθεια του ραδιοφώνου και των δίσκων μαθαίνουμε να εκτιμούσε γρήγορα και σωστά τα στοιχεία του αισθητικού ναρκισσισμού –με την καλύτερη έννοια του όρου- και αποκτούμε επίγνωση της πρόκλησης του να πραγματώσουμε, διαλογιζόμενοι, ο καθένας τη δική του θεία φύση».  

«Ξέχασε» ο σπουδαίος Gould το… μεροκάματο του καλλιτέχνη, που όσο μικρό ή όσο μεγάλο κι αν είναι δεν παύει να είναι μεροκάματο. Στην Ελλάδα δεν είναι πολλοί αυτοί που το περιφρόνησαν. Ϊσως μόνο δύο: Ο Στέλιος Καζαντζίδης από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και ο Χάρης Κατσιμίχας, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αποσύρθηκαν από τις ζωντανές εμφανίσεις στην καλύτερη από εμπορική άποψη στιγμή. Όταν είχαν μεγάλη ζήτηση και εξίσου μεγάλου πειρασμούς χιλιάδων και εκατομμυρίων. Όπως ο καλός μας Glenn.


    
ΥΓ. Ένα ανοιξιάτικο βραδάκι μια φιγούρα περπατούσε στην δεξιά όχθη της οδού Ερμού, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς τα Άνω Λαδάδικα. Ο κουστουμαρισμένος άνδρας φορούσε γραβάτα και είχε τα χέρια στις τσέπες. Τριγυρνούσε επί ώρα στο κέντρο της πόλης, παρατηρώντας τους ανθρώπους, την κίνηση στους δρόμους, τα φώτα στις βιτρίνες. Που και που ψιθύριζε κάποια ακαθόριστη μελωδία, που ακούγονταν ως κάτι ασαφές στα αφτιά όσων τύχαινε να διασταυρωθούν μαζί του. Όταν έφτασε στην αρχή της Ερμού, στην πλατεία Χρηματιστηρίου, που μετά την τελευταία ανάπλαση είναι ήσυχη και διακριτική, κοντοστάθηκε. Από κάπου εκεί κοντά άκουσε ήχο πιάνου. Κάποιος έπαιζε, αλλά η απόσταση δεν βοηθούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν. Ακολουθώντας τη μελωδία έφτασε σε ένα διώροφο παλιομοδίτικο κτήριο, στο νούμερο 9, της οδού Συγγρού. Άνοιξε την εξώπορτα, ανέβηκε τα σκαλιά και βρέθηκε μπροστά σε μια μισάνοιχτη πόρτα. Ο ήχος έβγαινε από εκεί μέσα καθαρός, εμφατικός και ευαίσθητος ταυτόχρονα, ένα αίσθημα που επέτειναν οι παύσεις. Μπήκε μέσα με θάρρος και πίσω από το πιάνο είδε τον πιανίστα χαμένο στον κόσμο του. Ήξερε καλά αυτή τη συνθήκη και γι’ αυτό κάθισε ήσυχος στη σκιά, ώστε να μην ενοχλήσει, ούτε να διακόψει. Κάποια στιγμή ο μουσικός σήκωσε το κεφάλι, τον είδε, του έγνεψε και συνέχισε. Αν και δεν γνωρίζονταν ήταν σαφές ότι η ατμόσφαιρα της πρόβας δεν χάλασε, σημάδι ότι η αύρα του απρόσκλητου επισκέπτη ήταν απολύτως συμβατή. Μετά από λίγο το πιάνο σιώπησε, ο οικοδεσπότης πλησίασε τον επισκέπτη και χαμογελώντας του έκανε νόημα να καθίσει στο πιάνο. Από τον τρόπο που άκουγε είχε καταλάβει ότι ήταν σχετικός, μάλλον πιανίστας και ο ίδιος. Η κουστουμαρισμένη φιγούρα προχώρησε με σιγουριά, έβγαλε το σακάκι, κάθισε στο σκαμπό, άπλωσε τα χέρια του στα πλήκτρα και άρχισε να παίζει. Από τα πρώτα δευτερόλεπτα επιβεβαίωσε ότι ήταν πιανίστας. Για δέκα λεπτά ήταν… αλλού. Χαμένος. Όταν σηκώθηκε -δικαιολογήθηκε ότι δεν τον βόλευε και πολύ το κάθισμα- ρώτησε τον οικοδεσπότη:

- Τι ήταν αυτό που παίζατε προηγουμένως;
- Ντιούκ Έλλινγκτον, με τον τρόπο μου. Εσείς;
- Μπαχ, με το ένστικτό μου.
- Πως λέγεστε;
- Gould. Glenn Gould. Εσείς;
- Σάκης Παπαδημητρίου.
- Θέλετε να περπατήσουμε λίγο στην πόλη; Στη χώρα μου, στον Καναδά, κάνει πολύ κρύο και δεν έχω συχνά τέτοιες ευκαιρίες.
- Ευχαρίστως. Να πάρω το σακάκι μου.

Λίγο μετά βγήκαν στο δρόμο, ανέβηκαν στην Εγνατία και περπάτησαν πλάι πλάι με κατεύθυνση προς την Καμάρα. Κάποιος που βρέθηκε δίπλα τους στη διάβαση, περιμένοντας να αλλάξει χρώμα το φανάρι, τους άκουσε να μιλούν κι έπιασε κάποιες σκόρπιες λέξεις: πιάνο, αίσθημα, φόρμες, υπέρβαση, αυτοσχεδιασμός, ηχητικό πλαίσιο, έκφραση, ποίηση. Λίγο μετά έλεγε στη γυναίκα του για δύο… περίεργους τύπους που πέρασαν μαζί του απέναντι, αλλά έδειχναν σα να ζουν σε άλλο πλανήτη. Του φάνηκε, μάλιστα, σα να περπατούσαν δύο – τρεις πόντους πάνω από την άσφαλτο.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ