Τρίτη 7 Απριλίου 2020
x

Ο ΜΠΙΛ ΜΑΡΕΪ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

Οι κασέτες με το μικρό μέγεθος, την εύκολη πρακτική τους χρήση και την οικονομική τους τιμή, υποστήριξαν τη μουσική κουλτούρα πολλών.

Σκηνή πρώτη: Θεσσαλονίκη της μεταπολίτευσης, στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ο άξονας της Αριστοτέλους δεν είχε ακόμη πεζοδρομηθεί. Στα πεζοδρόμια, κάτω από τις καμάρες, τα καροτσάκια των πλανόδιων πωλητών τιγκαρισμένα από 60αρες κασέτες, παράνομα ηχογραφημένες. Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Θεοδωράκης, Καφάσης, Πάριος, Διονυσίου, Μαρινέλλα, Λίτσα Διαμάντη, Λευτέρης Μυτιληναίος, Τζένη Βάνου, Τόλης Βοσκόπουλος, Γιάννης Πουλόπουλος, Κώστας Χατζής. Ότι τραγούδια τραβάει η ψυχή σου, εννοείται ελληνικά, τα εμπορικά. Για κάθε δίσκο βινυλίου που πουλούσαν ο «Πάτσης» στην Τσιμισκή, η «Λύρα» προς τη Διαγώνιο και το «Ντο Ρε Μι» στη στοά Χιρς, πάνω από 10, ίσως και 20 ήταν οι πωλήσεις των παράνομα ηχογραφημένα κασετών λίγα μέτρα πιο πέρα. Ας είναι, η μουσική να ακούγεται και να διαδίδεται. Η ψυχούλα των ανθρώπων να αλαφρώνει…

Σκηνή δεύτερη: Την ίδια εποχή στις γειτονιές της πόλης, κάποιο δισκάδικο ήταν το στέκι των πιο ψαγμένων από μουσική άποψη νέων παιδιών. Ο μαγαζάτορας –εάν ήτανε γατόνι, που πολλοί ήταν- είχε δικτυωθεί με τους πιο τυχερούς από τους φοιτητές που είχαν φύγει για σπουδές στο Λονδίνο και του έστελναν με το ταχυδρομείο  ένα – δύο αντίτυπα από τους καινούριους δίσκους των πιο γνωστών συγκροτημάτων. Οι περίφημοι «δίσκοι εισαγωγής» των Pink Floyd, των Doors, των Eagles, των Supertramp, του Έρικ Κλάπτον, που σε λίγες ημέρες αναπαράγονταν σε κασέτες TDK κι έλειωναν στα κασετόφωνα, πολύ πριν οι ηχογραφήσεις αυτές κυκλοφορήσουν επίσημα στην, σε δίσκους βινυλίου μήνες μετά. Μόνο κάτι λίγοι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, όπως ο Γιάννης Πετρίδης και ο Λευτέρης Κογκαλίδης, με μυθικές για την εποχή διασυνδέσεις στον κόσμο της διεθνούς μουσικής βιομηχανίας, ήταν γρηγορότεροι από αυτό το σύστημα, που –ας είναι καλά- βοήθησε πολύ κόσμο να ακούσει έγκαιρα ξανά και ξανά το «The wall» των Pink Floyd και άλλα πολλά. Να καταλάβει ότι εκεί έξω εις την εσπερίαν γίνονται πολλά και ενδιαφέροντα. Σε μια εποχή που ο χρόνος κυλούσε ακόμη σχετικά αργά και οι αποστάσεις είχαν ακόμη τη σημασία τους, αυτές οι ηχογραφημένες από «δίσκους εισαγωγής» κασέτες λειτουργούσαν ως καταλύτες για να πυκνώσει ο χρόνος και να ελαχιστοποιηθούν οι αποστάσεις. Κι όλα αυτά με τόσο λίγα χρήματα, που το χαρτζιλίκι ή η μηνιαία φοιτητική χορηγία έφτανε και περίσσευε. Εκείνο που τελικά δεν περίσσευε ήταν ο χρόνος για τις συζητήσεις που πυροδοτούσαν εκείνα τα ακούσματα στην παρέα. Όλο το βράδυ δεν έφτανε…        

Σκηνή τρίτη: Χαλκιδική και Θάσος τα καλοκαίρια εκείνων των χρόνων. Μια συνηθισμένη σκηνή ήταν οι βραδινές παρέες νεαρών αγοριών και κοριτσιών, που βρίσκονταν κάθε καλοκαίρι για να χωριστούν λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία, να κάθονται απόμερα –στα σκοτεινά- και να ακούνε μουσική, να χορεύουν, να εξομολογούνται, να αγγίζονται δειλά με ένα φορητό κασετόφωνο κάπου στη μέση του κύκλου ή στην άκρη της αυτοσχέδιας πίστας. Οι κασέτες της παρέας είχαν από Ολύμπιανς και Μπιτλς, μέχρι Πολ Άνκα και όλα τα σούπερ γκρουπ των ’70s. Αλλά και ελληνικά του Λοίζου, του Κουγιουμτζή, του Μούτση, του Σπανού, του Πλέσσα, του Σαββόπουλου.

Σκηνή τέταρτη: Αρχές της δεκαετίας του 1980. Η ελληνική κοινωνία περνάει τη φάση της αλλαγής και κάθε σπίτι στη Θεσσαλονίκη –αστικό, μικροαστικό, βίλα, μονοκατοικία- αποκτά ηχοσυγκρότημα. Που στην πιο ανεπτυγμένη μορφή σημαίνει πικ απ, ενισχυτή, ραδιόφωνο, κασετόφωνο, ηχεία. Άρα και δυνατότητα εγγραφής κασετών. Δηλαδή δημιουργία ενός απόλυτα προσωπικού μουσικού χώρου, έστω και με υλικά από… δεύτερο χέρι. Αρκελί να υπήρχε υπομονή, διότι όλα ηχογραφούνταν σε πραγματικό χρόνο. Κάτι που σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι από τη στιγμή που κάποιος επέλεγε 15 – 20 κομμάτια για μια 60άρα TDK και έβρισκε τους αντίστοιχους δίσκους χρειαζόταν ένα δίωρο για να ολοκληρώσει τη δουλειά. Στην εναλλακτική περίπτωση ετοίμαζε τη λίστα για το δισκάδικο, μόνο που αυτό στοίχιζε κάτι παραπάνω, ενώ δεν είχε την προσωπική φροντίδα που απαιτούσε το επιθυμητό μήνυμα –εάν υπήρχε. Πόσα σ’ αγαπώ, πόσα σε θέλω και πόσες συγνώμες δεν εκφράστηκαν πειστικά με αυτό τον τρόπο; Εννοείται ότι συνθήματα και προτροπές του τύπου «Home taping kills music», δηλαδή «Η εγγραφή κασετών στο σπίτι σκοτώνει τη μουσική» ακούγονταν –όσο ακούγοντας- ως ασήμαντες λεπτομέρειες και… ανορθογραφίες.

Σκηνή πέμπτη: Δεκαετίας του 1980 ξανά. Το Walkman, που πρώτη παρουσίασε η SONY, αλλά και τα ραδιοκασετόφωνα αυτοκινήτου, δίνουν τεράστια ώθηση στις κασέτες. Ειδικά το Walkman που επιτρέπει βόλτες μετά μουσικής στην παραλία, διχάζει. Από τη μια θεωρείται εξαιρετική παρέα, αφού ο ήχος είναι πολύ καλός και επιτρέπει σε κάποιον είτε να αφοσιωθεί στη μουσική απόλαυση, είτε να χρωνατίσει έντονα μια συνηθισμένη βόλτα στην πόλη. Από την άλλη ευνοεί την κατά μόνας ακρόαση και (υποτίθεται ότι) συμβάλλει στην απομόνωση και την αποξένωση των ανθρώπων, πολύ πριν εμφανιστούν τα κινητά, το ίνερνετ, το Yutube και τα σχετικά. Είναι η εποχή και ο σπουδαίος Δήμος Μούτσης γράφει ένα καταπληκτικό –και προφητικό από πολλές πλευρές τραγούδι-, που λέει –ανάμεσα στα άλλα- και τα εξής:



«Σκοτεινή και παράξενη ετούτη η εποχή /
Σιωπηλή μουσική, ηχηρή μοναξιά /
Κάτι ακούγεται εδώ, κάτι ακούγεται εκεί /
Που με παίρνει και με πάει και δε με βγάζει πουθενά. /  
Ωχ αμάν αμάν /
Και ως πότε τούτη η άμυνα /
Και ως που θα μας βγάλει /
Ακούω μόνο γουώκμαν».

Αλλά και οι ανεπανάληπτες αυτοκινητάδες στην παραλιακή, στη Χαλκιδική και στο Πήλιο με το Χαμόγελο της Τζοκόντας, τον Μότσαρτ και τον Μάιλς Ντέιβις στα ηχεία οφείλονται στις δυνατότητες της κασέτας.  

Σκηνή έκτη: Μέσα της δεκαετίας του 2000. Ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Τζιμ Τζάρμους γυρίζει την ταινία «Broken Flowers», που στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Τσακισμένα λουλούδια». Μια ταινία δρόμου με πρωταγωνιστή έναν εντελώς cool Μπιλ Μάρεϊ και δίπλα του μια σειρά υπέροχες κυρίες, ανάμεσα στις οποίες η Σάρον Στόουν και η Τζέσικα Λάνγκ. Μια ταινία δρόμου, που περιγράφει τις περιπέτειες ενός μεσόκοπου, ιδεολόγου εργένη, του Ντον, ο οποίος πληροφορείται μέσω ανώνυμου γράμματος ότι έχει έναν γιό 19 ετών. Ο γείτονας του, ερασιτέχνης ντετέκτιβ, τον πείθει να αναζητήσει τέσσερις παλιές του αγάπες για να ανακαλύψει την πιθανή μητέρα, του –επίσης πιθανού- παιδιού του. Για να το κάνει αυτό πρέπει να ταξιδέψει πολύ με αυτοκίνητα και αεροπλάνα στις άκρες της Αμερικής. Ένα ταξίδι απρόσμενων συναντήσεων με το παρελθόν του, που όμως τον φέρνουν αντιμέτωπο κυρίως με το παρόν. Το ωραίο είναι ότι για να πείσει τον Ντον ο γείτονας του κάθετε και του ετοιμάζει κάποιες κασέτες με τραγούδια κατάλληλα για ταξίδια και αναζητήσεις. Ο Ντον όχι μόνο τις δέχεται, αλλά τις ακούει σε όλη την περιπλάνησή του, ξεγελώντας με αυτό τον τρόπο την αμηχανία του, τις αγωνίες του και τα ατέλειωτα χιλιόμετρα που πρέπει να διασχίσει.     

Η μεγάλη επιστροφή;

Αυτές είναι λίγες μόνο σκηνές που συνδέονται με το πιο λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας της αναλογικής εποχής του ήχου και της μουσικής.

Με τις κασέτες, που με το μικρό μέγεθος, την εύκολη πρακτική τους χρήση και την οικονομική τους τιμή, υποστήριξαν την μουσική κουλτούρα πολλών ανάμεσά μας. Αλλά και τα πάρτι και τις μοναξιές μέσα σε στενά εφηβικά και φοιτητικά δωμάτια. Με τις κασέτες που έχουν, πλέον, εξαφανιστεί στην Ελλάδα, αλλά η ειδησιογραφία των τελευταίων ημερών θέλει να επιστρέφουν δυναμικά στο προσκήνιο μέσα στο 2020. Κάτι που μένει να επιβεβαιωθεί. Μέχρι τότε καλό είναι να ξέρουμε ότι μία γαλλική εταιρεία επαναφέρει στο προσκήνιο το «Walkman» και τις κασέτες.

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα του Forbes, η εταιρεία λέγεται Mulann και παράγει μαγνητικές ταινίες για κάρτες όπως οι κάρτες των ATM. Το 2016 η Mulann δημιούργησε μία θυγατρική, την Recording The Masters, για να εκμεταλλευτεί εμπορικά την τάση των αναλογικών προϊόντων και πλέον κυκλοφορεί τη νέα βελτιωμένη εκδοχή του «Walkman» που λέγεται «Fox», με προτεινόμενη λιανική τιμή πώλησης στα 69 ευρώ.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής της εταιρείας στην αγορά υπάρχει χώρος τόσο για την ψηφιακή μουσική, όσο και για τον αναλογικό ήχο, όπως αποδεικνύει άλλωστε η ανοδική πορεία των δίσκων βινυλίου. Μόνο που τα πράγματα με τις κασέτες είναι διαφορετικά. Αν κάποιος αγοράσει σήμερα αυτό το μικρό πλαστικό αντικείμενο με τη μαγνητική ταινία, το πιθανότερο κίνητρο του θα είναι η νοσταλγία για όσα συμβολίζει, παρά αυτή καθαυτή η μουσική που περιέχει. Ακόμη κι έτσι, όμως, η επιστροφή είναι ευπρόσδεκτη. Άλλωστε τα στοιχεία είναι ενθαρρυντικά.

Το 2017 πουλήθηκαν στις ΗΠΑ 178.000 κασέτες, το 2018 το νούμερο έφτασε στις 219.000 και το 2019 εκτιμάται ότι τα πράγματα πήγαν ακόμη καλύτερα. 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ