Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020
x

Ο ΠΟΜΠΕΟ, Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΚΑΙ Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ

Η επίσκεψη Πομπέο επικαιροποιεί τις συζητήσεις περί Ελλάδας, Βαλκανίων και ΝΑ Ευρώπης, όπου η Θεσσαλονίκη είναι διαχρονικά το καταλληλότερο σκηνικό

Πριν από λίγες ημέρες, στο Thessaloniki Helexpo Forum, ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Κώστας Καραμανλής, τόσο στην τοποθέτησή του, όσο και σε δηλώσεις του στο περιθώριο της εκδήλωσης, επανάφερε στο προσκήνιο μια ξεχασμένη έκφραση: Θεσσαλονίκη, πρωτεύουσα των Βαλκανίων! Θύμισε με αυτό τον τρόπο κάτι από τη δεκαετία του 1990, όταν το άνοιγμα των προς Βορράν συνόρων έδινε στη Θεσσαλονίκη την ευκαιρία να αποκτήσει τον ζωτικό χώρο που της στέρησε ο Ψυχρός Πόλεμος. Η βαλκανική ενδοχώρα φάνταζε τότε απολύτως κατάλληλο πεδίο επιρροής για την Ελλάδα και ανάπτυξης για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Σε αυτό το σενάριο η Θεσσαλονίκη φαινόταν ιδανική για την έδρα του στρατηγείου. Μόνο που τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε, πέρα από τις πρωτοβουλίες που πήραν μόνες κι έρημες κάποιες εταιρείες να επεκταθούν στις γειτονικές χώρες. Η Ελλάδα που τότε αγκομαχούσε στην τρέλα του χρηματιστηρίου και οργάνωνε τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας δεν είχε ούτε χρόνο ούτε ενέργεια, ούτε διάθεση να ασχοληθεί με το θέμα. Αυτή την αδράνεια την κατάλαβαν γρήγορα και οι γείτονες, οι οποίοι αναζήτησαν αλλού τη διέξοδο για τα αιτήματά τους και ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Το βαλκανικό όνειρο της Θεσσαλονίκης ξεθώριασε, λιποθύμησε, στο τέλος εξέπνευσε και η κρίση του 2010 κάρφωσε το τελευταίο καρφί στο φέρετρό του.

Σε όλη αυτή τη διαδρομή της αναζήτησης ηγετικού ρόλου για τη Θεσσαλονίκη στα Βαλκάνια βασικές παράμετροι ήταν η ιστορία και η γεωγραφία. Που εξακολουθούν να δηλώνουν το «παρών» και να επαναφέρουν στην επικαιρότητα το θέμα. Το τελευταίο διάστημα, εκτός από τον υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, τη συζήτηση για τον ρόλο της Θεσσαλονίκης στην ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη επαναφέρουν εμμέσως και ακροθιγώς και άλλοι πολιτικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι. Πριν από δύο περίπου χρόνια η Συμφωνία των Πρεσπών έδωσε μίαν ώθηση στο ζήτημα, ενώ τις τελευταίες ώρες και τις επόμενες ημέρες η συγκεκριμένη ατζέντα αναδεικνύεται ξανά. Από τη μια το Balkan Forum, που οργανώνει από χθες μέχρι σήμερα το πάλαι ποτέ υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης -σήμερα στη Θεσσαλονίκη υπάρχει υφυπουργός Εσωτερικών, αρμόδιος για τη Μακεδονία και τη Θράκη- και στο οποίο συζητείται η προοπτική της βαλκανικής και διαβαλκανικής συνεργασίας. Μια συζήτηση περισσότερο θεωρητική, την οποία αναβαθμίζει τόσο η συμμετοχή των γειτονικών χωρών, αλλά και η παρουσία Ελλήνων υπουργών και του αντιπροέδρου της Κομισιόν Μαργαρίτη Σχοινά, αλλά από κάπου –δηλαδή από τη θεωρία- οφείλει να ξεκινήσει κανείς. Από την άλλη η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο την Κυριακή και τη Δευτέρα στη Θεσσαλονίκη είναι βέβαιον ότι θα επικαιροποιήσει τις συζητήσεις περί Ελλάδας, Βαλκανίων και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στις οποίες η Θεσσαλονίκη είναι διαχρονικά το καταλληλότερο σκηνικό.  

Αυτή τη στιγμή είναι άγνωστο εάν όλα αυτά οδηγήσουν κάπου. Όπως άγνωστο παραμένει εάν όντως οι ΗΠΑ αποφάσισαν να επιστρέψουν στρατηγικά στην ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη ή απλώς διευθετούν μικροϋποθέσεις στα ενεργειακά τους σχέδια. Το μόνο σίγουρο που αφορά την Ελλάδα είναι ότι σήμερα τα Βαλκάνια είναι πολύ διαφορετικά απ’ ότι πριν από 20 ή 30 χρόνια. Άρα εάν η χώρα μας θέλει να παίξει ρόλο στην περιοχή με αιχμή τη Θεσσαλονίκη οφείλει να ξαναδιαβάσει τις εξελίξεις. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία είναι πλήρη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά παραμένουν εκτός Ευρωζώνης, ενώ τα Δυτικά Βαλκάνια (Αλβανία, Β. Μακεδονία, Κόσοβο, Βοσνία – Ερζεγοβίνη, Σερβία, Μαυροβούνιο) προσανατολίζονται στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς. Επίσης, η οικονομική ανάπτυξη των χωρών αυτών παραμένει περιορισμένη και σίγουρα υποδεέστερη των εκτιμήσεων που υπήρχαν για τις προοπτικές τους στις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Εκείνο που προχώρησε αρκετά είναι η προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου στις ευρωπαϊκές νόρμες, κάτι που είναι –ή μπορεί να αποδειχθεί- ουσιαστικό, αλλά ακούγεται γραφειοκρατικό, καθώς η βαλκανική νοοτροπία παραμένει ισχυρή σε αυτές τις κοινωνίες.   

Σε αυτό το περιβάλλον, το οποίο αναπόφευκτα επηρεάζεται και από τις εξελίξεις που δρομολογεί η πανδημία, η θέση της Ελλάδας έχει μικρότερη σημασία απ’ ότι πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες. Επομένως εξίσου αποδυναμωμένη είναι και η Θεσσαλονίκη, παρά τη σταθερή συνηγορία της ιστορίας και της γεωγραφίας. Η προσπάθεια να ηγηθεί η χώρα τής αναπτυξιακής προσπάθειας, που παραμένει ως αίτημα στην ευρύτερη βαλκανική, και η αξιοποίηση σε αυτή την κατεύθυνση της Θεσσαλονίκης, εάν επιχειρηθεί θα πρέπει αυτή τη φορά να οργανωθεί στα σοβαρά και από την αρχή. Οι δρόμοι από τις βαλκανικές πρωτεύουσες προς την Ευρώπη δεν περνούν, πλέον, προνομιακά από την Ελλάδα. Οι πτήσεις από τα Τίρανα, τα Σκόπια, το Βελιγράδι, την Πρίστινα προς τις Βρυξέλες είναι απευθείας. Ό,τι θα προσφέρει η Ελλάδα στις χώρες της περιοχής από εδώ και πέρα, ώστε να δικαιούται να μπει σε θέση οδηγητή και να ενδυναμώσει και τη δική της θέση, για να γίνει αποδεκτό οφείλει να είναι ουσιαστικό, επιδραστικό και ανταγωνιστικό προς άλλες προσφορές, οι οποίες δεδομένα υπάρχουν επάνω στο τραπέζι. Το λιμάνι συνιστά συγκριτικό πλεονέκτημα υπό προϋποθέσεις. Διότι μπορεί να έγιναν δύο βαλκανικοί πόλεμοι και για το χατίρι του, αλλά σήμερα η 6η προβλήτα ακόμη «παλεύει» να επεκταθεί, δηλαδή να μεγαλώσει, αλλά και να διασυνδεθεί αξιόπιστα με το κεντρικό οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας.

Μια εξωστρεφής τριτοβάθμια εκπαίδευση, επίσης θα βοηθούσε, αλλά η μετεξέλιξη του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος, το οποίο με μία υπογραφή ενσωμάτωσε τρία πρώην ΤΕΙ και όλα τα προβλήματά τους, βρίσκεται ακόμη καθ’ οδόν, ενώ λόγω ιδεοληψιών η Ελλάδα δεν έχει επισήμως ιδιωτικά πανεπιστήμια. Όπως, επίσης, ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα με εμβέλεια στην περιοχή θα ήταν ενδεχομένως καθοριστικής σημασίας, αλλά η επιμονή της τρόικας τα προηγούμενα χρόνια για αποχώρηση των ελληνικών τραπεζών από τα Βαλκάνια, έχει αποδυναμώσει το δίκτυο που είχε δημιουργηθεί. Τι απομένει; Η πολιτική στήριξη, για την οποία η Θεσσαλονίκη δεν είναι απαραίτητη σε κανέναν, υπάρχει η Αθήνα. Αλλά και η έλευση επισκεπτών για διακοπές και ψώνια, κάτι που ο κορωνοϊός έχει παγώσει, αλλά πιθανόν θα αποκατασταθεί όταν περάσει το κακό. Μόνο που επειδή η Θεσσαλονίκη αποτελεί ιδανικό προορισμό city break και υποδέχεται πελάτες για ψυχαγωγία δεν μπορεί να θεωρηθεί στα σοβαρά επίκεντρο καμίας περιοχής, ούτε των Βαλκανίων. Κι ας έχει στην αυλή της τη Χαλκιδική, την Πιερία και την Ασπροβάλτα…




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ