Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020
x

ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ 1 ΣΤΙΣ 2 ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΤΗΣ Β. ΕΛΛΑΔΑΣ - ΤΙ ΔΕΙΧΝΕΙ ΜΕΛΕΤΗ

Τι δείχνουν τα αποτελέσματα μελέτης του ΣΒΒΕ σε συνεργασία με την ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ για την εξέλιξη της αποβιομηχάνισης στο βορειοελλαδικό τόξο

Δραματικά στοιχεία για την εξέλιξη του μεταποιητικού τομέα της βορειοελλαδικής βιομηχανίας από το 2000 έως το 2017 έδωσε στη δημοσιότητα ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος (ΣΒΒΕ).

Τα στοιχεία μελέτης που εκπόνησε ο ΣΒΒΕ σε συνεργασία με την ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ είναι ενδεικτικά για τις μεταποιητικές ΑΕ και ΕΠΕ με έδρα τη Βόρεια Ελλάδα: Από το 2002 έως το 2013 μειώθηκαν ο κύκλος εργασιών των εν λόγω εταιρειών (κατά 22%), οι επενδύσεις (-66%), η απασχόληση (-35%) και η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στο ΑΕΠ της περιοχής (-22%).

Σύμφωνα με τη μελέτη, σε 746 επιχειρήσεις για τις οποίες εξετάστηκαν οι ισολογισμοί τους από το 2000 έως το 2017, προκύπτει ότι περίπου οι μισές (47%) βρίσκονται σε δυσχερή κατάσταση. Συγκεκριμένα, οι 79 καταφέρνουν οριακά να επιβιώνουν, οι 139 βρίσκονται στην κατηγορία μέτριου ρίσκου, οι 78 ορίζονται ως επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου, ενώ «ζωντανές-νεκρές» είναι οι 58.

Ειδικά για τον νομό Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι περίπου επτά στις 10 μεταποιητικές ΑΕ και ΕΠΕ είναι σήμερα ανενεργές (69%), κάτι που, σύμφωνα με τον ΣΒΒΕ, οφείλεται στη δραματική συρρίκνωση κλάδων όπως η κλωστοϋφαντουργία και η ένδυση, ο κλάδος του ξύλου και του επίπλου, των εκδόσεων και των γραφικών τεχνών κτλ.

Ο Νομός Κιλκίς παρουσιάζει το μικρότερο ποσοστό ενεργών ΑΕ και ΕΠΕ (28%), γεγονός που επίσης οφείλεται κατά κύριο λόγο στην κυριολεκτική εξαφάνιση του κλάδου της ένδυσης στο συγκεκριμένο νομό.

Η Πιερία και η Ημαθία από την Κεντρική Μακεδονία είναι οι δύο νομοί με το μεγαλύτερο ποσοστό ενεργών επιχειρήσεων, 77% και 76% αντίστοιχα.

Η Καστοριά από τη Δυτική Μακεδονία, κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό ενεργών επιχειρήσεων 69%.

Τα Ιωάννινα από την Ήπειρο, επίσης σημειώνουν ποσοστό ενεργών επιχειρήσεων 60%.

Η Ξάνθη από την Ανατολική Μακεδονία & Θράκη, παρουσιάζει ποσοστό ενεργών επιχειρήσεων της τάξης του 69%.

Με βάση τα πλέον πρόσφατα επίσημα στοιχεία (Eurostat 2016) που αφορούν τις μεταποιητικές επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερα από 10 άτομα προσωπικό και έχουν έδρα σε μία από τις τέσσερις περιφέρειες του Βορειοελλαδικού Τόξου:

- Το 25,5% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) της μεταποίησης στη χώρα παράγεται στη Βόρεια Ελλάδα.
- Στις μεταποιητικές επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας απασχολείται 28,8% του εργατικού δυναμικού της μεταποίησης στη χώρα.
- Το 13,5% του κύκλου εργασιών της μεταποίησης γίνεται από τις μεταποιητικές επιχειρήσεις του Βορειοελλαδικού Τόξου ενώ αντίστοιχο ποσοστό (13%) είναι η προστιθέμενη αξία που παράγεται στη Βόρεια Ελλάδα σε σχέση με τη χώρα.

Από τη μελέτη της τομεακής διάρθρωσης της οικονομίας για τη Βόρεια Ελλάδα από το 2000 έως και το 2015 (ΕΛΣΤΑΤ) παρατηρείται τη σταδιακή ανάκαμψη της μεταποίησης από το 2010 και μετά (2010 – ιστορικό χαμηλό 16ετίας 2000 – 2015, με ποσοστό συνεισφοράς στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της μεταποίησης με 9,66%). Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2015, η μεταποίηση δημιουργεί το 11% της συνολικής ΑΠΑ στη Βόρεια Ελλάδα, ποσοστό που υπολείπεται μόλις κατά 1% σε σχέση με την αντίστοιχη συνεισφορά της μεταποίησης το 2000.

Σαββάκης: Να ενταθούν οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες για τη βιομηχανίας.

Η υπερφορολόγηση των επιχειρήσεων, η απουσία ρευστότητας, το υψηλό κόστος δανεισμού και ενέργειας, αλλά και το brain drain είναι οι βασικές συνιστώσες των προβλημάτων που αντιμετωπίζει σήμερα η βιομηχανία της Βόρειας Ελλάδας, όπως τόνισε ο πρόεδρος του ΣΒΒΕ, Αθανάσιος Σαββάκης.

Όπως είπε, ο ΣΒΒΕ δίνει μεγάλη σημασία στο νεοσύστατο υπουργείο Βιομηχανίας, το οποίο κάλεσε να εντείνει τις μεταρρυθμίσεις και να θέσει τη βιομηχανία στο επίκεντρο της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Ο κ. Σαββάκης αναφέρθηκε στην πρωτοβουλία του ΣΒΒΕ «Ισχυρή Βιομηχανία, Ισχυρή Ελλάδα», η οποία κινείται σε τέσσερις άξονες: την υλοποίηση στοχευμένων επενδύσεων, την εξωστρέφεια και παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, την καινοτομία και την ανάπτυξη των υποδομών.

Παράλληλα υπογράμμισε την ανάγκη η Ελλάδα να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η μετάβαση στην ψηφιακή τεχνολογία.

Στην ανάγκη μείωσης της γραφειοκρατίας και την αντιμετώπιση του φαινομένου καθυστερήσεων στην απονομή δικαιοσύνης αναφέρθηκε από την πλευρά του ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ, Αθανάσιος Ψαθάς.

Πού οφείλεται η αποβιομηχάνιση στη Βόρεια Ελλάδα

Σύμφωνα με τη μελέτη, τα βασικά συμπεράσματα - παράγοντες που συνετέλεσαν στην αποβιομηχάνιση είναι:

- «Αργά» αντανακλαστικά για τη στρατηγική ανταπόκριση στις αλλαγές από το εξωτερικό περιβάλλον δραστηριοποίησης.
- Υψηλός ανταγωνισμός, και κυρίως ανταγωνισμός τιμών από χώρες χαμηλού κόστους.
- Έλλειψη ρευστότητας, αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
- Έλλειψη κουλτούρας για την αντιμετώπιση μεγάλης έκτασης κρίσεων.
- Άλλοι παράγοντες όπως αδυναμία διαρκούς βελτίωσης προϊόντων, παραγωγής καινοτομίας, μεταφοράς τεχνολογίας, κλπ.

Παρά ταύτα:

- Η ανθεκτικότητα της μεταποίησης προήλθε εξαιτίας ακριβώς του παραγωγικού της χαρακτήρα και της δυναμικής εξωστρεφούς δραστηριότητας των μεταποιητικών επιχειρήσεων στη Βόρεια Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό καταγράφηκε η έντονη εξωστρεφής δραστηριότητα των μεταποιητικών επιχειρήσεων, γεγονός το οποίο υποδηλώνει μία υγιή αντίδραση στις πολυεπίπεδες συνέπειες από την οικονομική κρίση. Για το λόγο αυτό απαιτείται παγίωση της στρατηγικής εξωστρέφειας, ως βασικού προσανατολισμού της δραστηριοποίησης των επιχειρήσεων.
- Η παραγωγική δομή κυριαρχείται από κλάδους μέτριας-χαμηλής τεχνολογίας, αλλά δεν επηρεάζεται καταλυτικά – τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα – από τις αλλαγές του περιβάλλοντος δραστηριοποίησης, γι’ αυτό και παρουσιάζει τη συγκεκριμένη ανθεκτικότητα.
- Διαπιστώθηκε σημαντική διαφοροποίηση της δομής των τεσσάρων περιφερειακών παραγωγικών συστημάτων της Βόρειας Ελλάδας: αυτό για τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος συνεπάγεται την ανάγκη προσαρμογής και επαναπροσδιορισμού των πολιτικών υποστήριξης της περιφερειακής βιομηχανίας.
- Χαμηλή «μόχλευση» δράσεων καινοτομίας, οι οποίες κατά κύριο λόγο αυτοχρηματοδοτούνται από τις επιχειρήσεις.
- Ανάγκη πολιτικής «διπλής στόχευσης»: βραχυχρόνια μόχλευση υφιστάμενων ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων και μακροχρόνια ανάπτυξη διαφοροποιημένων προϊόντων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ