Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018
x

ΒΑΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΙ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΣΕ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Άρθρο στη Voria.gr του Δημήτρη Βαρτζόπουλου, πρώην γενικού γραμματέα Συντονισμού της κυβέρνησης Σαμαρά και πρώην προέδρου της ΝΔ Θεσσαλονίκης

Του Δημήτρη Βαρτζόπουλου*

Πολύ με στενοχώρησε η ερμηνεία, που έδωσε ένας πολύ άξιος και έμπειρος δημοσιογράφου στο θέμα της αποτυχίας του ελληνικού κράτους. Σοβαρούς ανθρώπους για τις σοβαρές δουλειές ζήτησε. Την αδυναμία υλοποίησης αυτής της πράγματι απλής - και προφανώς ορθής- λύσης απέδωσε στην χρησιμοποίηση ασχέτων, που συχνάζουν στα κομματικά γραφεία και τους οποίους τα κόμματα χρησιμοποιούν, γιατί αλλιώς κι αυτοί θα πάψουν, να συχνάζουν σε αυτά.

Δεν είναι πρωτότυπος η άποψη. Το πρόβλημα είναι, ότι είναι εξαιρετικά διαδεδομένη. Το ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι την πρεσβεύουν ακόμη και εξαιρετικά σοβαροί άνθρωποι. Το τρισμέγιστο πρόβλημα είναι ότι είναι απολύτως λάθος. Οταν η πνευματική ηγεσία, η ιντελιγκέντσια, οι opinion leaders αυτού του τόπου, πέστε το όπως θέλετε, περιορίζονται σε τόσον επιπόλαιες προσεγγίσεις, τότε δεν είναι, να απορεί κανείς για ο,τιδήποτε. Ιδίως για το πώς φθάσαμε, εδώ που φθάσαμε.

Η τραγική ειρωνεία (όρος ελληνικής πατέντας άλλωστε) είναι ότι η λύση ευρίσκεται σε κατεύθυνση εκ διαμέτρου αντίθετη αυτής, που ενοχοποιείται. Και τούτο διότι:

Φυσικά και θα πρέπει οι δημόσιοι υπάλληλοι να είναι σοβαροί και άξιοι. Και πώς το εξασφαλίζουμε αυτό; Δια της αξιολογήσεως θα μου πείτε! Ασφαλώς αλλά με ποια κριτήρια γίνεται αυτή η αξιολόγηση; πώς διαπιστούται η αξιότης; βάσει της γνώμης του προϊσταμένου; μήπως των υφισταμένων; (το είδαμε κι αυτό, θυμάστε τις εκλογές για την επιλογή διευθυντών σχολικών μονάδων;) Μα έτσι θα προωθούνται είτε οι κολλητοί είτε οι λαοπλάνοι. Όταν μάλιστα ελλείπει ο πολιτικός έλεγχος (που ασκούν, αυτοί που λογοδοτούν στον λαό), όπως στην περίπτωση των Ανεξαρτήτων Αρχών (που μερικοί- της τρόϊκας συμπεριλαμβανομένης- θεωρούν πανάκεια) η δημιουργία αυτοεξυπηρετουμένων διεφθαρμένων συστημάτων εκμετάλλευσης του πολίτη είναι αναπόδραστη. 

Αξιολόγηση πραγματική μπορεί να γίνει μόνον δια κρίσεως επί της ικανότητος επιτεύξεως συγκεκριμένων -ποσοτικοποιημένων το δυνατόν- στόχων ανά επίπεδο διοίκησης. Αυτούς τους στόχους μπορεί να θέτει μόνον ο λαός δια της Κυβερνήσεώς του. Μόνον λοιπόν όταν το ετήσιο κυβερνητικό πρόγραμμα αναλυθεί ανά υπουργείο, γενική διεύθυνση, διεύθυνση, τμήμα κοκ, τότε εις έκαστος θα ξέρει τι και πόσο πρέπει να κάνει, οπότε και θα κριθεί επ´ αυτού. Μόνον έτσι ξεχωρίζει η ήρα από το στάρι. 

Προσέξτε όμως: αξιολόγηση επί της υλοποίησης των στόχων, που ενέκρινε ο λαός δια των αντιπροσώπων του. Όχι γενικά και αόριστα, «κάνουμε το καθήκον μας» και τρέχα γύρευε...

Εδώ τώρα μπαίνουμε στην ουσία της πλάνης:

Η Διοίκηση δεν είναι ούτε Μαθηματικά ούτε Βιολογία. Δεν είναι θετική επιστήμη. Οι τελικοί της στόχοι καθορίζονται εν πολλοίς από δοξασίες, κοσμοθεωρητικές υποθέσεις, ιδεολογίες δηλαδή. Προφανώς και υπάρχουν δράσεις και αποφάσεις σε χαμηλά έως μεσαία επίπεδα της διοίκησης, που είναι ανεξάρτητες της πολιτικής φύσης του στόχου. Άρα η πρόσληψη πρέπει, να είναι ιδεολογικώς ουδέτερα. Το να έχουν τα υπηρεσιακά οχήματα καλή συντήρηση και επαρκή ανταλλακτικά το χρειάζεται κάθε ιδεολογία. Το να συνεργαστεί όμως ένας προϊστάμενος της διεύθυνσης πολιτικής προστασίας με την ιδιωτική εταιρεία, που ανέλαβε τον καθαρισμό των αντιπυρικών ζωνών, εάν ο ίδιος ακραδάντως πιστεύει ότι αυτό έπρεπε να το κάνει  μία κολλεκτίβα ή η Μ.Ο.Μ.Α, είναι μάλλον δύσκολο και σίγουρα όχι παραγωγικό. Όσοι πιστεύουν το αντίθετο, δεν γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου. 

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι τα ανώτερα επίπεδα της Διοίκησης είναι πολιτικά. Η σε πολλά ζητήματα σύγκλιση της ευρωπαϊκής Χριστιανοδημοκρατίας και Σοσιαλδημοκρατίας καθιστά στην Ευρώπη τις επιλογές ευρύτερες αλλά σίγουρα η πολιτική συμπόρευση με την λαϊκή εντολή τουλάχιστον στις βασικές αρχές είναι απαραίτητος προϋπόθεση επιτυχούς διοίκησης. Τα άκρα αποκλείονται. 

Είναι γνωστή και ορθή η άποψη των προγόνων μας για τη συμμετοχή στα κοινά. Πολιτική άποψη και εμπειρία αποκτάται αυτονοήτως μέσω της συμμετοχής στα πολιτικά δρώμενα. Από την γαλλική επανάσταση και μετά τούτο σημαίνει συμμετοχή στα κόμματα. Αντίθετες απόψεις περί της λαϊκής εκπροσώπησης κυμαίνονται μεταξύ της γραφικής ανοησίας και του υποκρυπτομένου ολοκληρωτισμού αμφοτέρων των άκρων. 

Στην Ευρώπη η συμμετοχή στα λαϊκά πολυσυλλεκτικά κόμματα είναι τίτλος τιμής και προϋπόθεση ενασχόλησης με την ανωτέρα Διοίκηση, την τοπική Αυτοδιοίκηση και την κεντρική πολιτική. Στην Γερμανία ακόμη και στους ομοσπονδιακούς Ανωτάτους Δικαστικούς τίθεται σε παράθεση το Κόμμα επιλογής. Ο συνδικαλισμός είναι ιερός (και ελέγχεται κυρίως από την Σοσιαλδημοκρατία). Τα μέλη της «ένωσης της μεσαίας τάξης» αποτελούν τον πλέον συμπαγή πυρήνα στην κοινοβουλευτική ομάδα και την Κυβέρνηση της Χριστιανοδημοκρατίας. Ο ανταγωνισμός και η επιλογή μεταξύ χιλιάδων ομοίων στο κόμμα εγγυώνται την ποιότητα του παραγομένου προσωπικού. Όποιος ενδιαφέρεται, ας ρίξει μια ματιά στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Konrad Adenauer Stiftung για να καταλάβει...

Εν προκειμένω παρ´ημίν (και για να είμεθα τίμιοι και στα λοιπά Βαλκάνια και την Ιταλία) ιστορικά προέκυψαν δύο προβλήματα. Η πρόφαση απολιτικοποίησης και ο νεποτισμός. 

Στον απόηχο της πλατείας Κλαυθμώνος (των απολυμένων σε κάθε αλλαγή Κυβέρνησης) η δημοσιοϋπαλληλία οδηγήθηκε στην πολιτική ουδετερότητα και αποχή. Τούτο οδήγησε σε υποστροφή ικανών και ικανοτήτων. Το κενό πληρούται από την υπερτροφία του θεσμού των μετακλητών πολιτικών υπαλλήλων, που στελεχώνουν τις Γενικές Γραμματείες, τα Υπουργικά Γραφεία και τα ΔΣ των όποιων ΝΠΔΔ. Όλα αυτά τα χρόνια ελάχιστες φορές είδα νομοσχέδιο, να ετοιμάζεται από τη φυσική Ιεραρχία. Οι μετακλητοί συνεργάτες της πολιτικής ηγεσίας τα φτιάχνουν.

Φυσικά και πρέπει να ελλατωθεί ο αριθμός τους. Τα πάντα όμως και να ιδιωτικοποιηθούν, η ανάγκη της πολιτικής δεξιότητας παραμένει. Ακόμη κι αν τα Νοσοκομεία τα διοικήσουν εταιρείες, αυτές θα επιλέξουν διοικητές, που θα ξέρουν, να συνεργάζονται με τον ΕΟΠΥΥ και να χειρίζονται ανασφάλιστους...

Το θέμα είναι πώς επιλέγονται και οι μετακλητοί. Στη Γαλλία, Γερμανία κλπ είπαμε. Εδώ ξέρουμε: Ο βαπτισιμιός, ο ανηψιός, ο γιός του συμμαθητή («το παιδί έχει λαμπρές σπουδές»), στη χειρότερη περίπτωση ο συνέταιρος κοκ. Το μήνυμα, που προκύπτει, είναι σαφές: μην εντάσσεσαι πουθενά, κάνε τουμπεκί, βρες κονέ. 

Το πρόβλημα της εγχωρίου Διοικήσεως δεν είναι η κομματικοποίησή της. Ας μη μας ξεγελά το ΠΑΣΟΚ του 1980-90. Εκεί υπήρξε  τακτοποίηση των δικών τους καημένων στον πάτο της πυραμίδας. Ο αφρός παρέμεινε, εκεί που ήταν πάντα από την εποχή των Μαυροκορδάτων. 

Το πρόβλημα μας είναι η επιλογή της ανωτέρας Διοικήσεως, μονίμου και μετακλητής, με μεθόδους, που δεν έχουν καμία σχέση με τον ευρωπαϊκό τρόπο της ανάδειξης των ικανών ειδικών από τις κολυμβήθρες των λαϊκών κομμάτων.

*Ο Δημήτρης Βαρτζόπουλος είναι πρώην γενικός γραμματέας Συντονισμού της κυβέρνησης Σαμαρά και πρώην πρόεδρος της ΝΔ Θεσσαλονίκης

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ