Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017
x

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗ

Στη διάρκεια της αυτοδιοικητικής θητείας ο ορθολογικός πυρήνας της πρότασης που πλειοψήφισε δεν τίθεται σε αμφισβήτηση ή σε νέα επεξεργασία.

Άρθρο των Γιώργου Στάμου και Ρίας Καλφακάκου*  

Σε όλη της διάρκεια της μεταπολίτευσης η αυτοδιοίκηση λειτούργησε με βάση τον κανόνα που ορίζει ότι την πλειοψηφία κερδίζει η πρόταση, η οποία καλύπτει τις ανάγκες και τις επιθυμίες της κοινωνίας. Στη διάρκεια της αυτοδιοικητικής θητείας ο ορθολογικός πυρήνας της πρότασης που πλειοψήφισε δεν τίθεται σε αμφισβήτηση ή σε νέα επεξεργασία, μονάχα τα περιφερειακά στοιχεία επιδέχονται βελτιώσεις με βάση τις αντιφάσεις που γεννά η καθημερινότητα.

Α. Η αποστασιοποίηση του πολίτη

Τα τελευταία χρόνια όμως τα πράγματα αλλάζουν. Ζούμε πια σε μια κοινωνία όπου βασιλεύει η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, και γενικότερα τους ως σήμερα αδιαμφισβήτητους πυλώνες της κοινωνικής ευταξίας, από την εκκλησία, το κράτος και τις τράπεζες, ως τις ΜΚΟ και τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Ειδικότερα σε ότι αφορά στη σφαίρα της πολιτικής με την πιο στενή έννοια, ο συγκεντρωτισμός, η πολυπλοκότητα και η σύγχυση αρμοδιοτήτων μεταξύ των επιπέδων διοίκησης, από το επίπεδο της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών ως τα εθνικά κράτη και τις ανεξάρτητες αρχές, τις περιφέρειες, τους δήμους και τις κοινότητες είναι το χαρακτηριστικό της σύγχρονης Ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Αυτό σημαίνει ότι η απόσταση του πολίτη από τη διοίκηση αυξάνει διαρκώς και έτσι τίθεται άμεσα πρόβλημα δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα.

Ειδικότερα σε ότι αφορά στις περιφέρειες και ακόμα περισσότερο στους δήμους, οι υφιστάμενοι πολιτικοί και νομικοί περιορισμοί μειώνουν την ελευθερία κινήσεων και καθιστούν δύσκολη την αυτόνομη παρέμβαση των περιφερειακών και δημοτικών αρχών. Έτσι τα προβλήματα χρονίζουν, και η αδυναμία επίλυσής τους μετατίθεται από την μία αρχή στην άλλη, πχ από το δήμο στην περιφέρεια ή στο κράτος και τούμπαλιν, με άμεση συνέπεια τη λαϊκή απογοήτευση και τη χρόνια αποχή από τα κοινά.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των καιρών, με ιδιαίτερες συνέπειες για τα δημοτικά πράγματα, είναι η αυξημένη οικονομική πίεση προς τη συγκεντροποίηση, τη μεταφορά δηλαδή δραστηριοτήτων από τα χωριά προς τις πόλεις, από τις πόλεις προς τις μητροπόλεις και από τις γειτονιές των μητροπόλεων προς το κέντρο ή προς κεντρικά σημεία (απομακρυσμένα κέντρα, εμπορικά, πολιτισμικά κ.ά.). Όλα αυτά οδηγούν στην απώλεια της  τοπικότητας, της τοπικής δηλαδή ταυτότητας και της συνοχής των τοπικών κοινωνιών.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η κατάρρευσης της εμπιστοσύνης προς τη διοίκηση, η οποία καταλήγει σε αδυναμία οργάνωσης διαδικασιών συναίνεσης και  εντέλει στην αποδυνάμωση της δημοκρατίας.

Β. Η ανάγκη κινητοποίησης των τοπικών κοινωνιών

Είναι γεγονός ότι οι δραστηριότητες των δομών περιφερειακής  και δημοτικής οργάνωσης αποτελούν τα βασικά κανάλια από όπου διοχετεύονται και καθίστανται προφανείς οι επιπτώσεις των κυβερνητικών και ευρωπαϊκών πολιτικών πάνω στην καθημερινή πραγματικότητα των ανθρώπων. Για το λόγο αυτό ανακύπτει αδήριτη η αναγκαιότητα της διαφάνειας , της κινητοποίησης των τοπικών πληθυσμών και  της άμεσης εμπλοκής των πολιτών στις διαδικασίες των αποφάσεων.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται μια ακόμη, ενδογενής αυτή τη φορά αμφισημία. Αυτό συμβαίνει επειδή η συμμετοχή μπορεί να θεωρηθεί ως θεσμός της σύγχρονης δημοκρατικής διακυβέρνησης, υπό μια άλλη όμως οπτική, η συμμετοχή μπορεί να εκληφθεί και ως μηχανισμός που απευθύνεται σε πελάτες/καταναλωτές δημοτικών υπηρεσιών.

Από την τελευταία αυτή παρατήρηση γίνεται φανερό ότι η συμμετοχικότητα δεν αποτελεί αποκλειστικότητα της αριστεράς. Πράγματι, για διαφορετικούς λόγους την εξωστρέφεια της εξουσίας επιδιώκουν δυνάμεις που απλώνονται σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα από την αριστερά ως τη δεξιά, και την άκρα δεξιά ακόμη.

Γ. Για μια αριστερή αυτοδιοικητική πρόταση

Το αίτημα εξωστρέφειας, στην αριστερά, εμφανίζει δύο κυρίως  χαρακτηριστικά που το ξεχωρίζουν από την εξωστρέφεια άλλων πολιτικών προτάσεων, και προσδίδουν ριζοσπαστικό περιεχόμενο στην αυτοδιοικητική της πρόταση :

α) Στον καιρό της κρίσης η αριστερά δίνει μέγιστη προτεραιότητα στις διαδικασίες ανοιχτής δημοκρατίας και απαιτεί ανάλογες δεσμεύσεις από την πλευρά της γραφειοκρατίας.

Έτσι, αντιλαμβάνεται τους δήμους ως χώρους ελευθερίας, διαφάνειας, ανοιχτής δημοκρατίας, εθελοντικής συμμετοχής στη βάση της ισοτιμίας, και  της αλληλεγγύης. Είναι όμως γεγονός ότι οι πολίτες που εμπλέκονται συνήθως σε συμμετοχικές διαδικασίες δεν αντιπροσωπεύουν το μέσο όρο της κοινωνίας. Η εμπειρία δείχνει ότι διάθεση  συμμετοχής εκφράζουν κυρίως άνδρες, υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου,.... μέσης ηλικίας, .... που ανήκουν στα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Όμως η αντιπροσωπευτικότητα αποτελεί εχέγγυο αποτελεσματικής πολιτικής παρέμβασης και κάτω από αυτό το πρίσμα καθίσταται αναγκαία η ανακάλυψη νέων διαδικασιών, τέτοιων που να κινητοποιούν πολίτες κάθε κοινωνικής προέλευσης και ιδίως τους νεώτερους.

β) Άλλο χαρακτηριστικό της αριστερής εξωστρέφειας αναφέρεται στο είδος της αποκέντρωσης.

Συγκεκριμένα, αντί του μοντέλου που αναθέτει στην τοπική διακυβέρνηση την εφαρμογή ενός και ενιαίου νομοθετικού πλαισίου το οποίο υπηρετεί μια κεντρικά σχεδιασμένη πολιτική, η αριστερά διεκδικεί τη δυνατότητα αποκέντρωσης της νομικής εξουσίας, όπου η τοπική διακυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να θεσμοθετεί ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες.

Στόχος των διαδικασιών αποκέντρωσης αυτού του τύπου είναι η ενίσχυση των αυτοδιοικητικών δομών άμεσης δημοκρατίας σε επίπεδο δήμου και δημοτικών κοινοτήτων μέσω της παραχώρησης  αρμοδιοτήτων και πόρων.

Ειδικότερα στο επίπεδο των δήμων, η ενίσχυση του κανονιστικού ρόλου και των αρμοδιοτήτων των συμβουλίων των τοπικών κοινοτήτων και ενοτήτων, συμβάλλει στην δυνατότητα συμμετοχής των πολιτών, για τα ιδιαίτερα προβλήματα συνοικιών και γειτονιών με διαφορετικά χαρακτηριστικά και πληθυσμιακή σύνθεση.

Και σε κάθε δημοτική κοινότητα, η δημιουργία συμβουλίων γειτονιάς, για την κινητοποίηση των πολιτών πάνω στη βάση άμεσων προβλημάτων, είναι ζωτικής σημασίας. Ποικίλες εξωστρεφείς δημοτικές δραστηριότητες που ξεκινούν από τους ελεύθερους χώρους, τον πολιτισμό και τον αθλητισμό και φτάνουν ως τις τοπικές δομές αλληλεγγύης, την πρόνοια, την εκπαίδευση, και την καλλιτεχνική δημιουργία προσφέρουν τη δυνατότητα κανονιστικών παρεμβάσεων τοπικού χαρακτήρα στη βάση της εθελοντικής κινητοποίησης ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων.

Επιπλέον των παραπάνω, για την εφαρμογή μιας ριζοσπαστικής πολιτικής, η δημοτικοποίηση κρίσιμων διαδικασιών, και η ανάληψη από την αυτοδιοίκηση της ευθύνης για τη διαχείριση οικονομικών και όχι μόνο δραστηριοτήτων , τόσο δημοτικών, όσο και  διαδημοτικών, όπως είναι για παράδειγμα οι δημόσιες συγκοινωνίες, η διαχείριση των αποβλήτων, η δημιουργία και διαχείριση αθλητικών κέντρων και πολλά άλλα, προσδίδουν ουσιαστικό περιεχόμενο στη συμμετοχή των πολιτών.

Επιδιώκοντας την ευρύτερη δυνατή ενότητα, η δράση της ριζοσπαστικής αριστεράς εστιάζει σε ενέργειες άμεσης απόδοσης όπως είναι η λελογισμένη διαχείριση που, υπό συνθήκες λιτότητας, πρέπει να έχει στόχο τη μείωση των δημοτικών φόρων. Η ορθολογική διαχείριση των απορριμμάτων πχ μπορεί να οδηγήσει σε μείωση του κόστους άρα και σε μείωση των δημοτικών τελών.

Ταυτόχρονα η τοπική αυτοδιοίκηση, οφείλει και μπορεί, να επιχειρεί να αντισταθμίσει την πιθανή μείωση των εσόδων, με την αύξηση της αποτελεσματικότητας διοίκησης μέσω της καινοτομίας και της μείωσης των γραφειοκρατικών εξόδων, με επενδύσεις σε προσφερόμενους τομείς όπως είναι η ενέργεια, η πληροφορική κ.ά.

Άλλα στοιχεία του νέου αυτοδιοικητικού ριζοσπαστισμού είναι η εγκαθίδρυση διαδικασιών συμμετοχικού σχεδιασμού του προϋπολογισμού, το δικαίωμα λόγου σχετικά με την τιμολογιακή πολιτική των μέσων μαζικής μεταφοράς, η διατύπωση δημοτικού προγράμματος στέγασης σε στενή συνεργασία με την κεντρική κυβέρνηση, και άλλες κοινωνικές αλλά και πολιτιστικές δράσεις.

Σημαντική είναι ακόμα η λειτουργία διαδημοτικών υπηρεσιών σε τομείς ευρύτερου ενδιαφέροντος, όπως, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης ,  η διαχείριση των στρατοπέδων και του παράκτιου μετώπου.

Η λειτουργία διαδημοτικών δομών με εκλεγμένη διοίκηση, με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας (που σημαίνει  αναλογική συνεισφορά από τους εμπλεκόμενους φορείς σε προσωπικό και πόρους), καθώς και την ορθολογική διαχείριση του προσωπικού και των πόρων για το κοινό καλό.

Αυτό για τη Θεσσαλονίκη έχει ιδιαίτερη σημασία, μια και το ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα, με οκτώ δήμους, που έχουν πολλά κοινά  προβλήματα, πολύ διαφορετικά από τους υπόλοιπους δήμους της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, χρειάζεται μια θεσμικά κατοχυρωμένη μητροπολιτική διακυβέρνηση.

Στο ευρύτερο θεσμικό επίπεδο, η ριζοσπαστική πρόταση προβλέπει την ενίσχυση πάσης φύσεως πρωτοβουλιών πολιτών, τη δημιουργία θεσμών τοπικών δημοψηφισμάτων και συγκέντρωσης υπογραφών και τέλος δράσεις κατά του φασισμού, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και υπέρ της ανοιχτής δημοκρατίας.

Η Ρία Καλφακάκου είναι επικεφαλής της δημοτικής παράταξης «Θεσσαλονίκη Ανοιχτή Πόλη»

Ο Γιώργος Στάμου, καθηγητής ΑΠΘ, μέλος του συντονιστικού «Ανοιχτή Πόλη»




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ