Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018
x

ΤΑ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΜΟΣΧΟΒΟΛΟΥΝ ΑΚΟΜΗ

Οι μικροπωλητές στο κέντρο της Θεσσαλονίκης συνιστούν κάτι περισσότερο από μια γραφικότητα, καλύπτοντας ειδικές καταναλωτικές ανάγκες.

Παραμονές του 2012 και η Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να υποδεχθεί σε λίγες εβδομάδες τη νέα χρονιά και ταυτόχρονα να γιορτάσει τα 100 χρόνια από την ενσωμάτωσή της στον εθνικό κορμό. Στην αίθουσα συσκέψεων καθημερινής εφημερίδας της πόλης που δεν υπάρχει πια, οι διευθυντές, οι αρχισυντάκτες και αρκετοί δημοσιογράφοι που είχαν κληθεί για την περίσταση συζητούν για τα πρόσωπα αυτού του πρώτου αιώνα της απελευθερωμένης ελληνικής Θεσσαλονίκης.

Τα πρόσωπα που αξίζει να αναφερθούν, να καταγραφούν και να αναλυθούν σε ένα ειδικό αφιέρωμα της εφημερίδας για την έκδοση της Πρωτοχρονιάς. Πολιτικοί, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, πολλές ξεχωριστές προσωπικότητες «πέφτουν» στο τραπέζι, ώστε η τελική λίστα να καταρτιστεί δια της μεθόδου της… αφαίρεσης. Κάποια στιγμή ένα μέλος της δημοσιογραφικής ομάδας παίρνει το λόγο για να πει μια μικρή ιστορία και να προτείνει ένα πρόσωπο διαφορετικό από τα άλλα, αφού κατ’ αρχάς εκείνη τη στιγμή δεν είχε καν όνομα. Επί δεκαετίες –ξεκίνησε τη διήγησή του- βλέπω τον ίδιο άνθρωπο να πουλάει ματσάκια ζουμπουλάκια στη γωνία Τσιμισκή με Αγίας Σοφίας.

Πολλά άλλαξαν όλα αυτά τα 30 και παραπάνω χρόνια. Ο λεωφορειόδρομος της Τσιμισκή, η επικείμενη –τότε- πεζοδρόμηση της Αγίας Σοφίας, τα μαγαζιά στις τέσσερις γωνίες που έχουν αλλάξει πολλές χρήσεις και αντικείμενα, εκτός ίσως από τη σταθερή αξία της μπουτίκ Dil, στην πολυκατοικία της Τσιμισκή 60. Κόσμος και κοσμάκις πάει κι έρχεται σε ένα από τα δυο – τρία δημοφιλέστερα και πιο γνωστά σταυροδρόμια της Θεσσαλονίκης. Αυτός με το καλαθάκι του του εκεί, σταθερός, με τα ζουμπουλάκια ή τους νάρκισσους, ανάλογα με την εποχή. Να γερνάει μαζί με τα χρόνια που περνούν. Τα μαύρα μαλλιά άσπρισαν, το στητό κορμί έγειρε από το βάρος του χρόνου. Αλλά η δουλειά, δουλειά. Το εμπόριο, εμπόριο.

Τα ζουμπουλάκια, ζουμπουλάκια. Χαμηλά, ταπεινά, γερμένα. «Αυτό για μένα –είπε στη σύσκεψη ο δημοσιογράφος- είναι ένα πρόσωπο που αξίζει να καταγραφεί, ακόμη και προς τιμήν όλων αυτών των ανώνυμων μικρών επαγγελματιών και εμπόρων, οι οποίοι ταυτίστηκαν με την πόλη όχι για κάποιο θεαματικό λόγο, αλλά για τη συνέπεια τους, που εξ’ ορισμού τους τοποθετούν μέσα στην εικόνα της. Ούτε από δίπλα, ούτε από κάτω».

Η πρόταση απορρίφθηκε μετά πολλών επαίνων ως αντισυμβατική –για κάποιους στη σύσκεψη και ως ακατανόητη. Το συγκεκριμένο «πρόσωπο» δεν έγινε ποτέ δημοσιογραφικό θέμα, αλλά εξακολούθησε να παραμένει στο κάδρο της πόλης, ως ένα ανθρωποσυστατικό της, αν και έχει μετακινηθεί από τη γωνία Τσιμισκή με Αγίας Σοφίας. Ποιος ξέρει για ποιους λόγους τα λίγα τελευταία χρόνια βρίσκεται με το καλάθι του σε μια γωνία της Βασ. Όλγας, στο ύψος της Σχολής Τυφλών. Στις γωνίες της Τσιμισκή άλλοι νεότεροι πωλητές έχουν πάρει τη θέση τους και πωλούν ζουμπουλάκια, 0,50 ευρώ το ματσάκι. Τιμή ακριβότερη συγκρινόμενη με την εποχή της δραχμής, όπως σε όλα στα χρόνια του ευρώ.

Οι μικροπωλητές στο κέντρο της Θεσσαλονίκης συνιστούν κάτι περισσότερο από μια γραφικότητα. Αν και λειτουργούν συχνά εκτός θεσμικού και νομικού πλαισίου και συχνά διώκονται με το νόμο «περί επαιτείας» αποτελούν ένα κομμάτι του εμπορίου, το οποίο αν και κινείται στο γκρίζο, αδήλωτο κομμάτι της οικονομίας, είναι χρήσιμο διότι καλύπτει ειδικές καταναλωτικές ανάγκες (κουλούρια, κάστανα, λουλούδια κ.λπ.). Ταυτόχρονα δίνει χρώμα στα πεζοδρόμια και προσφέρει μετακινούμενες σταθερές στην πόλη. Συχνά οι μικροπωλητές παραμένουν στο πόστο τους επί μακρόν, γνωρίζονται με τους πελάτες οι οποίοι περνούν από μπροστά τους καθημερινά, καλημερίζονται, καλησπερίζονται, χαιρετιούνται. Φυσικά παραμένουν περιθώριο της ιστορίας. Άλλωστε «περιθωριακή» μπορεί να χαρακτηριστεί και η οικονομική τους δραστηριότητα. Για παράδειγμα, τα ζουμπουλάκια πωλούνται πια 0,50 ευρώ. Πόσα ματσάκια να πουλήσει κάποιος σε μια ημέρα και… άπειρες ώρες αναμονής; Και ποιο μπορεί να είναι το κέρδος του;

Στο βιβλίο «Η εφεύρεση του εμπορίου» ο Ούγγρος φιλόσοφος και ανθρωπολόγος Κάρλ Πολάνυι –πέθανε το 1964- αναδεικνύει την συμβολή των Ελλήνων της αρχαιότητας (από την κλασική Αθήνα στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια) στην ανάπτυξη της έννοιας του εμπορίου. Στη σύγχρονη Ελλάδα η Θεσσαλονίκη είναι η κατ’ εξοχήν πόλη του εμπορίου. Άλλωστε η εμπορική παράδοση της πόλης ξεπερνάει τους 23 αιώνες. Κι όταν λέμε εμπόριο δεν εννοούμε μόνο το δυναμικό, διεθνές αλισβερίσι προϊόντων και ανθρώπων που γίνεται με επίκεντρο το λιμάνι και κατά καιρούς ήταν ο βασικός παράγων του κοσμοπολιτισμού της Θεσσαλονίκης. Ούτε μόνο τα λαμπερά πολυκαταστήματα, με τις φωτισμένες βιτρίνες και τις κυλιόμενες σκάλες. Εννοούμε και το ταπεινό εμπόριο της γωνιάς του δρόμου, που εξακολουθεί να  χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα τον πολεοδομικό και κοινωνικό ιστό τόσο πολύ, ώστε δύσκολα να μπορούμε να φανταστούμε ορισμένα σημεία χωρίς κάποιον πλανόδιο μικρέμπορο. Σαν τον φίλο με τα ζουμπουλάκια, που για να επιμένει 30 – 40 χρόνια τώρα κάποιο μεροκάματο θα κερδίζει! Άσε που με την παρουσία του επιβεβαιώνει ότι, παρά την περιβαλλοντική επιβάρυνση και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τα μικροσκοπικά, αδύναμα ζουμπουλάκια μοσχοβολούν ακόμη.          




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ