Σάββατο 25 Μαΐου 2019
x

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΙΛΚΙΣ ΚΑΙ ΣΟΧΟ ΧΑΝΕΤΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΜΝΟΕΡΙΦΙΑ

Επί χρόνια οι νεοέλληνες μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι το ελληνικό κρέας είναι καλύτερο, από το γαλλικό, το γερμανικό και το ολλανδικό.

Αν και ο Χριστός δεν συμπαθούσε τους εμπόρους, τους οποίους άλλωστε εξεδίωξε από το ναό του Σολομώντος, τον οποίο κάποιοι είχαν μετατρέψει σε παζάρι, η πασχαλινή περίοδος, όπως κάθε εορταστική περίοδος, είναι συνυφασμένη με τα ψώνια και την κατανάλωση. Μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίοδο υπερτερούν οι προμήθειες σε τρόφιμα. Το τραπέζι, η παρέα και το γλέντι της Λαμπρής είναι για τον Έλληνα ανώτερη κατάσταση από κάθε καινούριο ρούχο και κάθε καινούριο παπούτσι. Γνωστά πράγματα!

Σε αυτή τη συγκυρία, εδώ και χρόνια, στο προσκήνιο αναδύεται η συμπαθής επαγγελματική ομάδα των κρεοπωλών, ομού με τους κτηνοτρόφους παραγωγούς αμνοεριφίων. Πρόκειται για ένα επαγγελματικό κύκλωμα που από τη μια διαμαρτύρεται για τις τιμές, για τις ελληνοποιήσεις και για τον αθέμιτο ανταγωνισμό από τα σούπερ μάρκετ και από την άλλη εγγυάται την επάρκεια, αν και φέτος υπάρχει διχογνωμία. Οι μεν κτηνοτρόφοι γνωρίζουν ότι λόγω του ότι αφενός το Ορθόδοξο Πάσχα πέφτει αργά, αφετέρου το Πάσχα των Καθολικών νωρίτερα, το 80% με 90% των ελληνικών αρνιών έχουν διατεθεί στο εξωτερικό, οι δε κρεοπώλες επιμένουν ότι τα ελληνικά αμνοερίφια φτάνουν για να καλύψουν την εσωτερική αγορά των ημερών, κυρίως τα κατσικάκια.

Εκείνο στο οποίο επιμένουν, κυρίως οι κρεοπώλες της Θεσσαλονίκης, είναι η ολιγωρία της πολιτείας να εφαρμόσει τη νομοθεσία για το χαρακτηρισμό ποιοτήτων στο κρέας, καθώς –όπως λένε- όταν κάτι είναι ελληνικό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι είναι και ποιοτικό. Επίσης, καταγγέλλουν τις ελληνοποιήσεις και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από τα σούπερ μάρκετ, αλλά και οποιονδήποτε πουλάει φθηνότερα από ότι οι ίδιοι ορίζουν ως κόστος.

Η ιστορία με το κρέας και την ελληνική παραγωγή είναι παλιά. Επί χρόνια οι νεοέλληνες μεγαλώνουν μαθαίνοντας ότι το ελληνικό κρέας είναι καλύτερο, όχι μόνο από το ρουμανικής ή βουλγαρικής προελεύσεως, αλλά και από το γαλλικό, το γερμανικό και το ολλανδικό. Άλλωστε τι ελληνικό δεν είναι καλύτερο από τα αντίστοιχα ξένα! Αυτή η αντίληψη οδηγεί πολλούς καταναλωτές να «κυνηγούν» ντόπια κρέατα. Στη Θεσσαλονίκη - για παράδειγμα- είναι γνωστή επιμονή για κρέατα από το Κιλκίς και τον Σοχό. Μόνο που αν κάποιος κάνει τον κόπο να αθροίσει τις ποσότητες που πωλούν τα κρεοπωλεία της πόλης θα αντιληφθεί ότι σε ότι αφορά την κτηνοτροφία το Κιλκίς ισοδυναμεί με μια περιφέρεια της Γαλλίας και ο Σοχός με το… ένα τρίτο της Ολλανδίας.

Προφανώς η απουσία της πολιτείας και από αυτό το πεδίο είναι το βασικότερο πρόβλημα. Εάν το κράτος βάλει κανόνες και ελέγχει την εφαρμογή τους, η τιμή είναι δευτερεύουσας σημασίας, με την έννοια ότι προκύπτει από τα δεδομένα. Διότι πιθανόν τα σούπερ μάρκετ να πωλούν φθηνότερα επειδή η ποιότητα των κρεάτων τους να μη βρίσκεται στην πρώτη βαθμίδα. Μπορεί, όμως, να ασκούν εμπορική πολιτική, μέσω της τιμολογιακής τους πολιτικής. Να κάνουν προσφορές πουλώντας ακόμη και κάτω του κόστους για να προσελκύσουν πελατεία ή για να ικανοποιήσουν τους πελάτες τους, οι οποίοι ψωνίζουν από τα ράφια τους ολόκληρο το χρόνο. Άλλωστε το μάρκετινγκ είναι προνομιακός χώρος δράσης για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις υπεραγορές, ενώ ακόμη και το… δέσιμο με τον πελάτη μέσω των ανθρωπίνων σχέσεων δεν αποτελεί προνόμιο των μικρών καταστημάτων. Για όσους δεν το ξέρουν ακόμη και στα σούπερ μάρκετ εργάζονται άνθρωποι και μάλιστα σταθερά επί χρόνια. Ειδικά στα συνοικιακά καταστήματα οι πωλήτριες και οι ταμίες του σούπερ μάρκετ είναι συχνά εξίσου γείτονες με τους πελάτες τους, όσο ο Αρίστος ο κρεοπώλης και ο Γιάννης ο μανάβης.

Αντίστοιχα ένα κρεοπωλείο μπορεί να πουλάει ακριβότερα από το σούπερ μάρκετ, διότι έχει προϊόν ανώτερης ποιότητας. Αλλά και επειδή ο περιορισμένος τζίρος απαιτεί μεγαλύτερη κερδοφορία. Στο Καπάνι, για παράδειγμα, οι τιμές των κρεάτων είναι καλύτερες, διότι –σύμφωνα με τους ίδιους τους κρεοπώλες- σε μια κεντρική αγορά ο τζίρος είναι μεγαλύτερος, άρα τα μικρότερα κέρδη κάθε πώλησης αθροίζονται και… μεγαλώνουν.

Οι κρεοπώλες της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι συνεχίζουν εδώ και αιώνες την λαμπρή παράδοση του σιναφιού τους, έχουν το ίδιο ακριβώς πρόβλημα με όλους τους μικρούς της αγοράς. Οι οποίοι χρειάζονται σε όλους τους κλάδους προκειμένου να λειτουργεί το σύστημα, αλλά είναι πολλοί. Ο αριθμός τους μειώνεται μόνο όταν κάποια μαγαζιά κλείνουν από οικονομική αδυναμία, ενώ κινήσεις και πρωτοβουλίες που θα βελτιώσουν δημιουργικά την επιχειρηματική τους θέση –όπως για παράδειγμα συγχωνεύσεις και συνεργασίες- δε γίνονται. Ως αποτέλεσμα, όταν η δουλειά δεν πάει καλά φταίνε πάντα κάποιοι άλλοι. Κάτι που αποτελεί επαρκή ψυχολογική δικαιολογία για κάθε είδους παρανομία και παρατυπία (φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή, φοροκλοπή, εισφοροδιαφυγή, γκρίζα εργασία, μαύρη οικονομία), που θα παρατείνει την επιβίωση ενός μαγαζιού, έστω μέσω του αθέμιτου ανταγωνισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση τελευταίο αποκούμπι είναι το φιλότιμο σε συνδυασμό με την κινδυνολογία. «Ψωνίστε ελληνικά κρέατα, από ελληνικά καταστήματα, διότι είναι ποιοτικά και απόλυτα ασφαλή» είναι το σύνθημα που προωθούν, αφού –κατά την άποψη τους- η τιμή στα τρόφιμα είναι κάτι σχετικό. Προφανώς! Ο Έλληνας θέλει στο τραπέζι του το καλύτερο! Ή μάλλον να νομίζει ότι έχει το καλύτερο! Σε αντίθεση με Βαλκάνιους και Ευρωπαίους –αν μιλάμε ειδικά για το κρέας- που δε δίνουν σημασία και τρώνε σχεδόν ότι να ’ναι. Κατωτέρας ποιότητος, εννοείται!           




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ