Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018
x

Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΔΗΛΩΝΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΜΕΣΩ ΣΕΡΒΙΑΣ

Η θέση της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αναβαθμίζεται και η Θεσσαλονίκη έχει μία ακόμη ευκαιρία να αξιοποιήσει την προνομιακή της θέση.

Οι τελευταίες εξελίξεις στη Μέση και την Εγγύς Ανατολή –με αιχμή τους πολέμους στη Συρία και το Ιράκ, τη διαρκή ένταση στο Ισραήλ και τα Παλαιστινιακά εδάφη και τις εκκρεμότητες στο Ιράν- στις οποίες εμπλέκονται όλοι, σχεδόν, οι μεγάλοι της παγκόσμιας πολιτικής και γεωστρατηγικής, καθώς και οι περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής επαναφέρουν στο προσκήνιο τα Δυτικά Βαλκάνια.

Με δεδομένη την προσπάθεια της Ρωσίας να αυξήσει την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή, κάτι το οποίο δεν επιθυμούν με τίποτα ούτε η Ευρώπη, ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η συζήτηση για το ευρωπαϊκό μέλλον της Σερβίας, των Σκοπίων, του Μαυροβουνίου, της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, του Κοσόβου και της Αλβανίας ανοίγει και πάλι. Οι δηλώσεις επί του θέματος από ευρωπαίους αξιωματούχους είναι συνεχείς, όπως άλλωστε και οι επισκέψεις τους στις βαλκανικές πρωτεύουσες. Στο ίδιο κλίμα εντάσσονται και οι πιέσεις Γερμανών και Αμερικανών προς Αθήνα και Σκόπια να επιλύσουν την διαφορά της ονομασίας της FYROM, ώστε η χώρα να ενταχθεί το συντομότερο δυνατό στο ΝΑΤΟ και να πάρει σειρά για την ΕΕ.

Με αυτά τα δεδομένα η θέση της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αναβαθμίζεται και η Θεσσαλονίκη έχει μία ακόμη ευκαιρία να αξιοποιήσει την προνομιακή της θέση στην περιοχή. Έτσι κι αλλιώς εξαιτίας της γεωγραφικής εγγύτητας η Θεσσαλονίκη –και η Β. Ελλάδα ευρύτερα- διατηρούν συνεχή στενή επαφή με την περιοχή, κυρίως λόγω της επιλογής των γειτόνων να κάνουν διακοπές στη Χαλκιδική, την Πιερία, την Καβάλα, τη Θάσο και τις ακτές του Έβρου, αλλά και να περνούν Σαββατοκύριακα και αργίες στη Θεσσαλονίκη, διασκεδάζοντας και ψωνίζοντας στην αγορά. Μόνο που με καθαρά οικονομικούς όρους όλα αυτά, παρά το ότι είναι αποδοτικά και χρήσιμα, δεν αρκούν για να μιλήσει κανείς για παραγωγική οικονομική συνεργασία. Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο θα πρέπει να κινητοποιηθούν οι επιχειρήσεις, κάτι που συνέβη στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 με τις ελληνικές επιχειρήσεις να επεκτείνονται επενδυτικά στην περιοχή. Τώρα αναμένεται το επόμενο κύμα, που δεν αποκλείεται να αφορά όχι μόνο ελληνικές επιχειρήσεις που επενδύουν στις βαλκανικές χώρες, αλλά και εταιρίες από τα Βαλκάνια, οι οποίες βλέποντας δυνατότητες στην προσιτή –πλέον- Ελλάδα να κινηθούν προς Νότον. Ήδη, Βούλγαροι επιχειρηματίες αξιοποιούν την κοινοτική σχέση με την Ελλάδα και επενδύουν σε τομείς όπως ο τουρισμός, συμβάλλοντας στην ενίσχυση των υποδομών και στην αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς τη Βόρεια Ελλάδα.

Σε αυτή τη διαδικασία της πλήρους ενσωμάτωσης των χωρών των δυτικών Βαλκανίων στις Ευρωατλαντικές δομές το Βελιγράδι είναι ένα από τα βασικά κλειδιά. Τόσο λόγω μεγέθους, όσο και λόγω της ποιοτικής στάθμης των επιχειρήσεων η Σερβία διαθέτει δυναμισμό προσέγγισης και ωριμότητα αξιοποίησης των δυνατοτήτων στην περιοχή. Ήδη από το 2015 το ΑΕΠ της χώρας αυξάνεται σταθερά, κάτι που θα συνεχίσει να συμβαίνει με δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, την σταθερά αναπτυξιακή πορεία της Ευρωζώνης, όπου κατευθύνεται η πλειοψηφία των εξαγωγών της χώρας και δεύτερον, την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό της χώρας.

Με αυτά τα δεδομένα το Επιχειρηματικό Φόρουμ Σερβίας – Ελλάδας, που θα πραγματοποιηθεί στο «Μακεδονία Παλάς» της Θεσσαλονίκης την προσεχή Δευτέρα 19 Μαρτίου είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Εκπρόσωποι των δύο κυβερνήσεων, αλλά –το βασικότερο- επιχειρηματίες των δύο χωρών θα συζητήσουν τόσο το γενικό πλαίσιο που υπάρχει στην περιοχή –από τα προβλήματα μέχρι τις ευκαιρίες-, όσο και τις ειδικότερες επιχειρηματικές δυνατότητες, ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να γίνουν δουλειές. Με φόντο τον Θερμαϊκό και το λιμάνι της Θεσσαλονίκης περί τις 150 ελληνικές επιχειρήσεις απ’ όλη τη χώρα θα έχουν τη δυνατότητα ιδιαίτερων συζητήσεων με 70 – 75 σερβικές εταιρίες, που δραστηριοποιούνται στους τομείς της ενέργειας, της αγροδιατροφής, του τουρισμού, της αγοράς ακινήτων, των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής, αλλά και των φαρμακευτικών προϊόντων. Πρόκειται για κλάδους που ενδιαφέρουν άμεσα το ελληνικό επιχειρείν, που ήδη προετοιμάζεται να αξιοποιήσει όχι μόνο τις καλύτερες ημέρες για την εγχώρια οικονομία, που όλοι πιστεύουν πως έρχονται μετά από μια δεκαετία ύφεσης, αλλά και τις ευκαιρίες για την ευρύτερη περιοχή.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ