Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020
x

ΦΤΑΙΕΙ Ο ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΒΗΡΥΤΟ;

Θα μπορούσε ο θάνατος τόσων ανθρώπων στην Βηρυτό να έχει αποφευχθεί με τις κατάλληλες πολεοδομικές ρυθμίσεις; Άρθρο του Αλέξανδρου Τσαβδάρογλου

του Αλέξανδρου Τσαβδάρογλου*

Διαβάζοντας για το τραγικό γεγονός της καταστροφής στην Βηρυτό που κόστισε την ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους, αναδύεται αμέσως η σκέψη εαν ο πολεοδομικός σχεδιασμός θα μπορούσε να έχει αποτρέψει αυτό που συνέβη. Οι μαζικές καταστροφές είτε προκύπτουν από φυσικά αίτια είτε από ανθρώπινη αμέλεια, είτε από εγκληματική ενέργεια, εγείρουν πάντα επιτακτικό το ερώτημα, εαν και κατα πόσο θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί με τα σχεδιαστικά και πολεοδομικά εργαλεία που διαθέτουμε σήμερα. Οι καταστροφές στο Μάτι Αττικής, στην Βηρυτό τον Αύγουστο του 2020 αλλά και στα Νησιά Πουκετ το 2004, καταδεικνύουν το πόσο κρίσιμο είναι να λαμβάνεται υπόψη ο τομέας της ασφάλειας και της πρόληψης καταστροφών, στον σχεδιασμό των χρήσεων γης αλλά και στον πολεοδομικό σχεδιασμό γενικότερα.

Αλήθεια, θα μπορούσε ο θάνατος τόσων ανθρώπων στην Βηρυτό να έχει αποφευχθεί με τις κατάλληλες πολεοδομικές ρυθμίσεις, ή αυτο το συνονθύλευμα ανθρώπινων λαθών, γραφειοκρατίας, κρατικής αδιαφορίας και κακών συγκυριών, θα ήταν καταδικαστικό για το αποτέλεσμα;

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός στοχεύει στο να κατανείμει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ανθρώπινες δραστηριότητες στο χώρο και να βελτιστοποιήσει την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής του ανθρώπου στην πόλη. Η πεμπτουσία και ο πυρήνας του σχεδιασμού είναι ο καθορισμός των χρήσεων γης και των όρων δόμησης. Αν θέλαμε να διακρίνουμε σε δύο δέσμες ενεργειών, τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε ίσως ο πολεοδομικός σχεδιασμός να αποτρέψει μια μαζική καταστροφή, θα ήταν ο ορθολογικός φυσικός σχεδιασμός της πόλης σε επίπεδο οικοδομικών τετραγώνων, δρόμων, διεξόδων, κοινόχρηστων χώρων, μορφολογίας κτιρίων με βασικό γνώμονα την ασφάλεια και δεύτερον ο σχεδιασμός των χρήσεων γης. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πρώτο σκέλος του φυσικού σχεδιασμού των οικισμών είναι ήδη υλοποιημένο και καθορισμένο σε πολύ μεγάλο βαθμό στις αστικές περιοχές, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί και μορφοποιηθεί σε πολλές περιπτώσεις εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Είναι συχνό το φαινόμενο στην Ελλάδα, οι πολεοδομικές μελέτες απλά να επικυρώνουν στα σχέδια την ήδη υπάρχουσα κατάσταση, μη έχοντας την δυνατότητα για ριζικές τομές και παρεμβάσεις στο χώρο. Ακόμη και μετά από τον εντοπισμό κρίσιμων προβλημάτων που απειλούν την ασφάλεια και υγεία των κατοίκων των πόλεων, οι αρχές αδυνατούν να πάρουν δραστικά μέτρα και να εξαλείψουν ή να μειώσουν το πρόβλημα. Οι βιομηχανικές μονάδες της Θεσσαλονίκης που υπάγονται στην οδηγία Seveso, είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα. Θα είχε ίσως ενδιαφέρον να εστιάσουμε στην δεύτερη δέσμη ενεργειών που θα μπορούσε να συμβάλλει αποτελεσματικά στην αποφυγή καταστροφών, αυτή του σχεδιασμού των χρήσεων γης. Ο σχεδιασμός και η ρύθμιση των χρήσεων γης πραγματοποιείται στις περισσότερες χώρες μέσα από τα πολεοδομικά σχέδια τα οποία εκπονούνται από  επιστήμονες που ειδικεύονται στον χωρικό σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός των χρήσεων γης, σχετίζεται με τον καθορισμό των δραστηριοτήτων της οικονομίας που επιτρέπονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Παρόλο, που ο σχεδιασμός των χρήσεων ιστορικά φιλοδοξούσε να επιτελέσει τον ρόλο του έχοντας ως γνώμονα και την ασφάλεια των πολιτών, σίγουρα θα πρέπει να υπάρξει μια ριζική τομή στον τρόπο που οι επιστήμονες που ασχολούνται με τον χωρικό σχεδιασμό, χωροθετούν τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

Η συγκυρία στην Ελλάδα είναι κρίσιμη αφού επίκειται να ξεκινήσει το φιλόδοξο πρόγραμμα εκπόνησης Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων σε όλη την χώρα. Είναι ευκαιρία το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αντιλαμβανόμενο την κρισιμότητα της κατάστασης, να συμπεριλάβει τις έννοιες της ασφάλειας από φυσικές καταστροφές στις προδιαγραφές των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων που ετοιμάζει, στις προδιαγραφές των νέων πολεοδομικών μελετών αλλά και στην αναθεώρηση του διατάγματος των χρήσεων γης. Στο νομοσχέδιο που βγήκε σε διαβούλευση τον Αύγουστο του 2020 για τον “εκσυγχρονισμό της χωροταξικής και πολεοδομικής νομοθεσίας” ήδη εμφαίνεται η πρόθεση για κάτι τέτοιο αφού στο εδάφιο που αναλύονται τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια αναφέρονται έννοιες όπως “καθορισμός μέτρων υποστηρικτικών της αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών και διαχείρισης συνεπειών φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών και λοιπών απειλών”. Η μαζική καταστροφή που συνέβη στο Μάτι και η τραγικότητα του γεγονότος, σε συνδυασμό με την πρόσφατη εμπειρία του Υπουργείου με την επίβλεψη του Ειδικού Χωρικού Σχεδίου για την περιοχή, σίγουρα έπαιξε σημαντικό ρόλο ώστε να περιληφθούν τέτοιες έννοιες σε ενα σχέδιο νόμου για τον χωρικό σχεδιασμό.



Το να επιστρέφει όμως με τέτοιο δραματικό τρόπο στην ημερήσια διάταξη, μα μαζική καταστροφή όπως αυτή που συνέβη στην Βηρυτό, γεννάει σημαντικά ερωτήματα.
Επαναδιατυπώνοντας λίγο διαφορετικά τον προβληματισμό που τέθηκε στην αρχή του άρθρου, είναι χρήσιμο να αναρωτηθεί κανείς αν ο ορθολογικός σχεδιασμός των χρήσεων γης θα μπορούσε τελικά να αποτρέψει αυτή την καταστροφή. Το χρονικό σημείο που βρισκόμαστε, με πολλά σημεία της τραγωδίας να μένουν ακόμη αδιευκρίνιστα και με τα πολλαπλά ανθρώπινα λάθη που δημοσιεύονται καθημερινά, η απάντηση είναι ιδιαίτερα δύσκολη και σίγουρα όχι μονοσήμαντη. Οι εγκαταστάσεις εκρηκτικών και εύφλεκτων υλών είναι δεδομένο πως θα έπρεπε να απαγορεύονται από κατοικημένες περιοχές σε όλα τα συστήματα χωρικού σχεδιασμού διεθνώς και να χωροθετούνται από τον σχεδιασμό σε ειδικούς υποδοχείς με αυστηρές προδιαγραφές και πρωτόκολλα ασφαλείας. Στην περίπτωση της Βηρυτού βέβαια μιλάμε για την ‘άτυπη’ αποθήκευση μιας τεράστιας ποσότητας εύφλεκτων υλών, σε μια αποθήκη που το πιθανότερο είναι στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης να είναι απλά χαρακτηρισμένη ως “Εγκαταστάσεις του λιμένα”.

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός δεν θα μπορούσε ίσως να προβλέψει και να αποτρέψει τις ‘άτυπες’ και ‘αόρατες’ για αυτόν δραστηριότητες που συμβαίνουν και κατανέμονται στον χώρο. Ένα μεγάλο φορτίο εύφλεκτων υλών το οποίο κατευθυνόταν προς την Μοζαμβίκη και για ποικίλους λόγους κατέληξε στο λιμάνι της Βηρυτού παραμένοντας εκεί αποθηκευμένο για 6 χρόνια, για τον πολεοδομικό σχεδιασμό είναι μια ‘αόρατη’ δραστηριότητα και είναι ίσως αδύνατον να είχε σχεδιαστικά και ρυθμιστικά αποτραπεί. Σε αντίθεση με την τραγωδία στο Μάτι όπου η ανεπάρκεια του πολεοδομικού σχεδιασμού, σε συνδυασμό με σωρεία ανθρώπινων παραλείψεων και εγκληματικών ενεργειών οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία.

Η αυστηροποίηση της διακίνησης και αποθήκευσης των εύφλεκτων υλών, είναι δεδομένο πως μετά από μια τέτοια τραγωδία θα μπει επιτακτικά στην ημερήσια διάταξη, το ζήτημα είναι να μαθαίνουμε από τέτοια τραγικά γεγονότα και να ενσωματώσουμε ως πολεοδομοι - χωροτακτες την έννοια της αποτροπής μαζικών καταστροφών στα σχέδια και στις μελέτες μας και να την τοποθετήσουμε σε περίοπτη θέση. Η μείωση του ρίσκου από τους πάσης φύσεως κινδύνους, μέσα από σχεδιαστικά και ρυθμιστικά εργαλεία, θα πρέπει να γίνει βίωμα στον τεχνικό κόσμο και να βρίσκεται στον πυρήνα της σχεδιαστικής μας φιλοσοφίας. Ήδη οι τραγικές συνέπειες της πανδημίας από τον Covid -19 έχουν ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση στους κύκλους των χωροτακτών, σχετικά με την αξιοπιστία και το πόσο επιστημονικά ορθό είναι τελικά το μοντέλο της “συμπαγούς πόλης” που κυριαρχεί εδώ και δεκαετίες ως ευχολόγιο και στρατηγική στον χωρικό σχεδιασμό.

Οι εξελίξεις πάντα μας καθόριζαν και ο επιστημονικός κόσμος που ασχολείται με τον χωρικό σχεδιασμό δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος.

*Ο Αλέξανδρος Τσαβδάρογλου είναι χωροτάκτης - πολεοδόμος μηχανικός.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ