Skip to main content

Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης: «Στήλη των Όφεων», το «αόρατο» μνημείο που ζώνουν τα... φίδια της απαξίωσης

Ένα άλλοτε λαμπρό τεκμήριο της ιστορίας της αρχαίας Θεσσαλονίκης που σήμερα περνά σχεδόν απαρατήρητο

«Μην πλησιάζετε σ' αυτά τα μάρμαρα γιατί... θα βγουν τα φίδια και θα σας φάνε». Με αυτά τα λόγια, ο συγγραφέας και ερευνητής, Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, θέλησε να περιγράψει στο βιβλίο του «Η μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης» ένα γλυπτό που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο από έναν περαστικό, όμως λησμονείται μετά από τρία δευτερόλεπτα όταν το αφήσει πίσω του, ένα γλυπτό που στέκει επί της Αγίου Δημητρίου, μπροστά από τον κεντρικό υποσταθμό της ΔΕΗ. Το μάτι του περαστικού στη «Στήλη των Όφεων» πέφτει κυρίως το βράδυ, γιατί φωτίζεται. 

Οι αφηγήσεις τα παλιά χρόνια έλεγαν πως η στήλη είχε ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση φιδιών στην περιοχή. Έρχονταν, έλεγαν, από τη σχισμένη πέτρα και τότε κλήθηκε ένας εξορκιστής Χότζας να απαλλάξει την πόλη από τα φίδια. Αυτό έγραψε στο βιβλίο της «Η Δύση της Ανατολής» η ιστορικός Έλλη Σκοπετέα. 

Image

Τo μνημείο επέζησε από την καταστροφική πυρκαγιά του 1917, όμως, με την πάροδο του χρόνου και την άνοδο της στάθμης του δρόμου, η κρηπίδα του καταχώθηκε. Το 1975, με τη διαπλάτυνση της οδού Αγίου Δημητρίου, διενεργήθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία ανασκαφική έρευνα που αποκάλυψε ολόκληρο το βαθμιδωτό κρηπίδωμα, μαζί με το οποίο το βάθρο έφτανε σχεδόν τα 6 μέτρα. Μετά τη λεπτομερή σχεδιαστική του αποτύπωση το βάθρο μετακινήθηκε κατά 5 μ. προς βορρά, προκειμένου να απελευθερωθεί το οδόστρωμα της οδού. Έκτοτε στέκει επάνω στο νέο πεζοδρόμιο, μπροστά στον τοίχο του υποσταθμού της ΔΕΗ. 

Image

Εκτεταμένη έρευνα για τη στήλη έκανε η καθηγήτρια του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Θεοδοσία Στεφανίδου – Τιβερίου. Η ίδια γράφει πως το μνημείο ονομαζόταν «Το μάρμαρο του φιδιού» (Yılan Mermer), απηχώντας κάποια λαϊκή δοξασία, και ήταν ενταγμένο στην πλατεία που ήταν γνωστή ως πλατεία των Όφεων. Στην Τουρκοκρατία, το «παράδοξον και άφωνον τούτο μνημείον», όπως το αποκαλεί ο Χατζή-Ιωάννου στο έργο του «Θερμαΐς, ήτοι περί Θεσσαλονίκης, Μέρος Α' Ιστορία και Αρχαιολογία», ονομαζόταν έτσι καθώς στην κορυφή του θα ήταν άλλοτε στημένο ένα φίδι και συμπεραίνει ότι «το περί το μνημεῖον μέρος ἦν Ἀσκληπιεῖον». Όπως σημείωσε η κ. Στεφανίδου – Τιβερίου, «για το φίδι, που συνδέθηκε τόσο με την κολόνα από πορφυρίτη όσο και με τον Κίονα των Όφεων (Yılan Mermer), μπορούμε να πούμε ότι έχει να κάνει με μία λαϊκή δοξασία, σύμφωνα με την οποία κάποιος δαίμων με τη μορφή φιδιού κατοικούσε σε κάθε τέτοιου είδους μνημείο. Γύρω από τα αντίστοιχα μνημεία της Κωνσταντινούπολης δημιουργήθηκαν, ως γνωστόν, διάφορες παραδόσεις, στις οποίες οι κίονες αποκτούσαν απειλητικό χαρακτήρα ή ενίοτε προστατευτικές δυνάμεις».

Image

Το ψηλό μαρμάρινο βάθρο, όπως λέει η κ. Στεφανίδου – Τιβερίου, υψωνόταν στο δυτικό τμήμα της Αγίου Δημητρίου, σε απόσταση 430 μ. περίπου από το δυτικό τείχος της πόλης και πάνω στην πορεία του αρχαίου οδικού άξονα που ξεκινούσε από τη Ληταία Πύλη και κατέληγε στη Νέα Χρυσή Πύλη. Η κ. Στεφανίδου – Τιβερίου έγραψε πως το συνολικό ύψος της σωζόμενης κατασκευής –μαζί με την κρηπίδα αλλά χωρίς την υποθεμελίωσή της– ήταν 5,80 μ. Όλες οι όψεις του βάθρου είναι διακοσμημένες με ορθογώνιο πλαίσιο από κυμάτιο, το οποίο παρακολουθεί τη ραδινή μορφή του, που μειώνεται προς τα πάνω. Το πεσσόμορφο βάθρο πατά σε απλή συμφυή πλίνθο. Σύμφωνα με την ίδια, η μορφή και οι διαστάσεις του δείχνουν πως αποτελούσε βάση ελεύθερα στημένου ανδριάντα που ίσως ήταν ένα αυτόνομο μνημείο μιας κατηγορίας, όπως πολλά παρόμοια που βρίσκονται στην Κωνσταντινούπολη. Το σύνολο της κατασκευής μαζί με το άγαλμα θα έφτανε τα 15-16 μ. περίπου. Η ίδια επισημαίνει πως πρόκειται για ανδριάντες αυτοκρατόρων που ήταν ιδρυμένοι επάνω σε κίονες υψών 20 έως και 50 μ. Δέσποζαν σε πλατείες ή οδικούς άξονες και σημάδευαν οπτικά τις συνοικίες της πόλης, ενώ ταυτόχρονα αποτελούσαν σύμβολα της εξουσίας του κάθε νέου ηγεμόνα.

Image

Φωτογραφίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας έδειχναν τη στήλη να υψώνεται πάνω σε υψηλό βαθμιδωτό κρηπίδωμα και να δεσπόζει στην πλατεία. Καθώς το βάθρο βρισκόταν στο όριο μεταξύ πλατείας και δρόμου, χρησιμοποιήθηκε για τη στήριξη φωτιστικού φανού. 

Όπως έγραψε και η αρχαιολόγος, Ελευθερία Θεοδωρούδη, σε εργασία της, «η σημασία που προστίθεται στο μνημείο από το μεταγενέστερο ερευνητικό ενδιαφέρον των μελετητών είναι αντιστρόφως ανάλογη με τη σημασία που έχει για τη συλλογική μνήμη». Και αυτό διότι, ενώ το μνημείο βρίσκεται σε μία από τις πιο κεντρικές οδούς της πόλης, και μάλιστα, σε ένα σημείο που είναι αρκετά εμφανές, δεν τραβά το ενδιαφέρον του κόσμου αλλά και των αρχών, για να μπορέσει να αναδειχθεί επαρκώς. Το βράδυ, βέβαια, είναι καλύτερα ορατό καθώς υπάρχουν μερικά φωτάκια που το φωτίζουν, δίχως, όμως, αυτό να υποκαθιστά την πλήρη απουσία ενημερωτικής πινακίδας. 

Image


*Οι πληροφορίες και οι φωτογραφίες  προέρχονται από την έρευνα «"Μάρμαρο τοῦ Φιδιοῦ" στὴ Θεσσαλονίκη: ἕνα μνημεῖο γιὰ τὸν αὐτοκράτορα» της κ. Θεοδοσίας Στεφανίδου-Τιβερίου και από τη διπλωματική εργασία με τίτλο «Αόρατες Πόλεις: Ανακαλύπτοντας το παλίμψηστο της Θεσσαλονίκης με τη χρήση των νέων τεχνολογιών» της αρχαιολόγου Ελευθερίας Θεοδωρούδη.