Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020
x

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΜΟΝΗΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΜΠΡΕΛΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Σε όλες τις περιπτώσεις η μουσική έρχεται να μας συναντήσει απρόοπτα. Δεν τη διαλέγουμε, μας επιλέγει. Πάντα, δηλαδή, έτσι συμβαίνει.

Στην ερώτηση «πού είναι η μουσική;» ή σε μιάν άλλη εκδοχή «πού πάει η μουσική;» η απάντηση είναι μία. Παντού. Η μουσική, οι ήχοι, οι μελωδίες, η ατμόσφαιρα που δημιουργούν η μουσική, οι ήχοι, οι μελωδίες είναι παντού. Ή μάλλον είναι παντού και πουθενά, αφού υπάρχει ακόμη κι εκεί που δεν την εντοπίζουμε ή σε στιγμές που δεν της δίνουμε σημασία. Στη βόλτα μας στα μαγαζιά στην Τσιμισκή, όπου πλανόδιοι μουσικοί παίζουν τα όργανά τους και τραγουδούν ελπίζοντας σε λίγα κέρματα.

Στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου, όπου πάντα υπάρχει ένα αόρατο ηχείο, αλλά η αγωνία μας το ακυρώνει πλήρως. Σε μια ταινία, στην οποία μπορεί να μας εντυπωσιάζει το μουσικό θέμα των τίτλων ή κάποιο τραγούδι σε μία δυνατή σκηνή, αλλά επί της ουσίας αγνοούμε όλο το υπόλοιπο ηχητικό περιβάλλον που παρεμβαίνει σχεδόν χωρίς να ακούγεται στην πλοκή. Διαστέλλοντας και συστέλλοντας το χρόνο. Αυξάνοντας ή μειώνοντας την ένταση στο βλέμμα της πρωταγωνίστριας. Ακόμη και στο σούπερ μάρκετ, εκεί που τρέχουμε με την ψυχή στο στόμα και το χαρτάκι με τα ψώνια, κάτι ακούγεται ανάμεσα στα ράφια που… ζεσταίνει μια άχαρη, πλην όμως απολύτως αναγκαία, διαδικασία. Επίσης, ο ήχος ενός ακορντεόν, κάποιου ξεκούρδιστου πιάνου ή μιας απελπισμένης κιθάρας που φτάνει στο ανοιχτό παράθυρο από κάπου μακριά και απροσδιόριστα. Όπως ο  αέρας που φυσάει -ειδικά ο Βαρδάρης- ανάμεσα στα στενά και τους μεγαλύτερους δρόμους της πολιτείας. Η βροχή που πέφτει είτε ορμητικά είτε -συνηθέστερα στη Θεσσαλονίκη- αργά και νωχελικά, δίνοντας λάμψη στην άσφαλτο και στο τσιμέντο. Ακόμη και η θάλασσα που σκάει στα βράχια. Μαζί και πέρα απ’ όλα αυτά συνεχώς παρούσα είναι και μια μουσική που υπάρχει όταν δεν ακούγεται. Όταν την εκπροσωπεί το alter ego της, η απόλυτη σιωπή. Αυτός «της σιωπής ο ήχος» είναι για πολλούς η πιο γλυκιά, η πλέον ακαταμάχητη και γοητευτική μουσική, ίσως επειδή στην πραγματικότητα συνιστά κάτι ανέφικτο.   

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η μουσική έρχεται να μας συναντήσει απρόοπτα. Δεν τη διαλέγουμε, μας επιλέγει. Πάντα, δηλαδή, έτσι συμβαίνει, μόνο που σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η πρωτοβουλία είναι δική μας. Όταν ακούμε τραγούδια στο κινητό βολτάροντας στην παραλία. Όταν οδηγούμε στην κίνηση της πόλης ή στον ανοιχτό δρόμο με το ραδιόφωνο να παίζει. Όταν πηγαίνουμε σε μια συναυλία ή στον επιβλητικό χώρο του Μεγάρου Μουσικής. Όταν η ορμή της παρέας και η προσδοκία της συντροφικότητας μας οδηγεί στο μπαρ ή στην ταβέρνα. Ή όταν ένα ήσυχο κυριακάτικο πρωινό επιλέγουμε από τη δισκοθήκη ένα αγαπημένο βινύλιο ή ένα από τα πρώτα μας cd αγορασμένο στο Παρίσι στις αρχές των 90’s -ίσως και στα τέλη των 80’s. Κάθε φορά που ακούμε μουσική και τραγούδια που έγραψαν κάποιοι άλλοι ιδιαίτεροι άνθρωποι, οι οποίοι ευλογήθηκαν με το μοναδικό χάρισμα να μεταλλάσσουν τις εμπειρίες και το ταλέντο τους σε συλλογική εμπειρία. Τότε νομίζουμε ότι εμείς επιλέγουμε τι θα ακούσουμε και πώς θα το ακούσουμε. Μια πεποίθηση που ενώ απέχει πολύ από την πραγματικότητα –μάλλον δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα- γίνεται μέρος της ιστορίας και μας βοηθάει να νιώσουμε καλύτερα, αλλά και να προσέξουμε το άκουσμα με μεγαλύτερη ένταση, σαν κάτι δικό μας. Έναν έρωτα ή ένα παιδί...

ΥΓ. Λίγα λεπτά μετά τις 12 τα μεσάνυχτα, ένα φθινοπωρινό βράδυ λίγες ημέρες πριν, δύο αντρικές φιγούρες βγήκαν από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, από την πύλη που βρίσκεται στην Α΄ προβλήτα. Μόλις είχαν προλάβει να τελειώσουν το ποτό τους όταν ο σερβιτόρος τούς ενημέρωσε ότι το μαγαζί έκλεινε και έπρεπε να σηκωθούν. Ίσχυε περιορισμένο ωράριο. Το είχαν ξεχάσει. Κοινό τους χαρακτηριστικό οι κιθάρες, ο ένας, ο πιο ψηλός, την κρατούσε στο χέρι. Ο άλλος την είχε κρεμασμένη στον ώμο και κάπνιζε τόσο ήσυχα, όσο περπατούσε. Έστριψαν αριστερά και προχώρησαν στο πλακόστρωτο της παλιάς παραλίας, έχοντας στο βάθος του ορίζοντα τον Λευκό Πύργο. Έφτασαν αμίλητοι στο ύψος της Αριστοτέλους. Τότε γυρίζει ο ένας και λέει στον άλλο: «Βαν, θυμήθηκα ένα τραγούδι σου, που μου σκίζει την καρδιά. Εκείνο που λέει

Όταν οι βραδινές σκιές πέφτουν /
τα λεπτά φαίνονται τόσο μεγάλα /
Όταν οι βραδινές σκιές πέφτουν /
περιμένω την αυγή. /

«Πώς το έγραψες ρε φίλε, μπράβο». Η απάντηση άμεση, αλλά εξίσου χαμηλότονη: «Έλα ρε Σωκράτη, λες και δεν ξέρεις. Η κιθάρα, οι νότες, τα λόγια, όλο και κάτι θέλω να πω, αλλά όλο και το κυνηγάω, αφού βγαίνει κάτι άλλο. Εσύ δηλαδή πώς σκέφτηκες να γράψεις:  

Ποια μυστικά μας έμαθε η σιωπή; /
Ποιος τα πληρώνει αυτά; Ποιος μας κοιτά; /
Ποιανού τροφή τα λόγια μας αυτά; /
Ποιος μας κοιτά και δε μιλά; /

Πέντε ερωτηματικά σε τέσσερα στιχάκια, σα να λέμε σε ένα ρεφρέν. Πώς τα κατάφερες ρε θηρίο;».

«Δεν θυμάμαι, έχουν περάσει και 20 χρόνια» απαντάει ο Μάλαμας, ο Σωκράτης της ιστορίας μας. Και συμπληρώνει: «Νομίζω ήταν μετά από μια συναυλία. Έβλεπα τον κόσμο που είχε έρθει και ήξερε τα τραγούδια απ’ έξω. Τα παιδιά της μπάντας που έπαιζαν με μεράκι. Τον εαυτό μου σε έναν αόρατο καθρέφτη που έμοιαζε ευχαριστημένος. Κι αναρωτιόμουν. Αλήθεια τι σου λείπει πιο πολύ αυτή την εποχή;».



«Οι συναυλίες» απάντησε χωρίς να το σκεφτεί ούτε στιγμή ο Μόρισον, ο Βαν της παρέας. «Είναι δυνατόν να μη μπορούμε να παίξουμε κανονικά με κόσμο; Να μην κάνουμε πρόβες; Δεν  φανταζόμουν ποτέ ότι θα συμβούν τέτοια πράγματα σε μας που γεννηθήκαμε στο Μπέλφαστ. Η μουσική, το τραγούδι –αφού το ξέρεις- χωρίς τον δίπλα και τον απέναντι δεν έχει νόημα» συμπλήρωσε αμέσως η φιγούρα του εξέπεμψε έντονη μελαγχολία. Ήταν θαρρείς ολόκληρος μια έντονη στεναχώρια, που ο Σωκράτης την πρόσεξε και εντυπωσιάστηκε από την ευκρίνειά της μέσα στη νύχτα. Γι’ αυτό βιάστηκε να απαντήσει με ένταση: «Έλα, έχω καλά νέα, σε λίγο βρίσκουν το εμβόλιο και καθαρίζουμε, όλα θα γίνουν όπως πριν». Ο άλλος κλονίστηκε και χαμογέλασε ευχαριστημένος. Το χαμόγελο της προσμονής για κάτι καλό που θα συμβεί. Στο μεταξύ είχαν φτάσει στις ομπρέλες του Ζογγολόπουλου. Μπροστά τους ήταν τα κόκκινα φώτα στα κατάρτια της Νέας Παραλίας. Στα δεξιά τους το φεγγάρι του Θερμαϊκού. Συνέχισαν προς το Μέγαρο Μουσικής, ήσυχοι και σκεφτικοί. Η ώρα πλησίαζε δύο.  

Φωτογραφίες: Twitter/vanmorrison, Yiannis Margetousakis Photography

 

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ